Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015

15-11-25 Ορισμός του Δικαίου.

Το Δίκαιο.
Σε αντίθεση προς την Ηθική, που απαιτεί Ενάρετη Συμπεριφορά, σύμφωνη προς το Ηθικό Συναίσθημα κι οπού αποτελεί την Ανώτερη Βαθμίδα Ψυχικής Τελαιότητας (Πιστεύω της: ό,τι επιτρέπεται δεν είναι κι Ηθικό, non omne quod licet Honestum est), οι Κανόνες (ο όρος Κανών αρχικά σήμαινε τ' όργανο με το οποίο πετύχαιναν την ευθεία θέση του αντικειμένου, έτσι, αργότερα, πήρε πήρε την έννοια του Μέτρου Συμπεριφοράς ή της Ορθής Κρίσης και Γνώσης) του Δικαίου (Κανόνας Δικαίου είναι οι επιμέρους επιταγές Αναγκαστικού Χαρακτήρα, που το σύνολό τους αποτελεί το Δίκαιο) απαιτούν πλήρη συμμόρφωση προς τις επιταγές τους, μιά κι αποβλέπουν στην τήρηση της Κοινωνικής Τάξης, χωρίς να εξετάζουν αν αυτή θα οφείλεται στην Εσωτερική Ηθική Τάξη του Ατόμου ή στον φόβο οπού εμπνέουν οι Κυρώσεις ή σε Θρησκευτικές Επιταγές ή σε συμφεροντολογικούς υπολογισμούς. Κατά συνέπεια, ο ουσιώδης χαρακτήρας των Κανόνων του είναι το Εξαναγκαστικό, που είναι η υποχρεωτική τήρηση Καταναγκαστικών Κανόνων, οι οποίοι εκφράζουν και ρυθμίζουν δεδομένες Κοινωνικές Σχέσεις, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, κατά κύριο λόγο, ν' ανταποκρίνονται στα Συμφέροντα και τη Θέληση της εκάστοτε Άρχουσας Τάξης, γιά σχεδόν όλους όσους κατοικούν στο αυτό Κράτος (οριμένοι θεωρούν τους εαυτούς τους πιό πάνω κι από τους Νόμους, γι' αυτό και φροντίζουν να εξαιρούνται, γιά να εξασφαλίζονται αυτά τους τα Συμφέροντακαι να επιβάλλουν μέσα από το Δίκαιο τη Θέλησή τους έφτιαξαν και την Αρχή: όπου υπάρχει Κοινωνία, υπάρχει Δίκαιο, ubi Societas, ibi Jus), έτσι, ρυθμίζουν παρούσες και μελλοντικές Πράξεις, καθώς και τις Σχέσεις μεταξύ των Πολιτών τους. Τις συνδέουν με την επιβολή Κυρώσεων από την Κρατική Εξουσία, κατά όσων αρνούνται την τήρησή του Νόμου -ασχέτως αν αυτός ο Νόμος είναι Δίκαιος ή Άδικος, Ηθικός ή Ανήθικος, το επιχείρημά τους είναι: σκληρός Νόμος, αλλά Νόμος, dura Lex, sed Lex-. Κατ' αυτον τον τρόπο το Δίκαιο διακρίνεται γιά την Υποχρεωτικότητα και την Εξαναγκαστικότητά του (με βάση την ετυμολογία της λέξης, αν το Δίκαο δεν εξυπηρετεί μόνο το σωστό, αλλά κυρίως τα ιδιοτελή Συμφέροντα της όποιας Άρχουσας Τάξης, τότε ως έννοια παύει να είναι Δίκαιο).
Υποχρεωτικότητα είναι η Εντολή ή η Απαγόρευση, που τη θεσπίζει και την επιτάσσει συγκεκριμένος Κανόνας Δικαίου, γιά τη ρύθμιση των Κοινωνικών Σχέσεων. Ενώ, Εξαναγκαστικότητα είναι η Επιταγή (Εντοή ή Απαγόρευση) οπού υπάρχει στον Κανόνα Δικαίου κι επιβάλλεται με τη χρήση Βίας (manu Militari). Εξαναγκάζοντας έτσι σε συμμόρφωση όλους εκείνους που αντιστέκονται στην εφαρμογή του. Αλλά, ενώ η Υποχρεωτικότητα αποτελεί αναγκαίο συστατικό στοιχείο του Δικαίου, ο Εξαναγκασμός -η Βία- είναι συνηθισμένο, αλλά όχι πάντοτε αναγκαίο στοιχείο της έννοιας του Δικαίου (π.χ.: Κανόνες Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου).
Τέλος, το Δίκαιο θεσπίζεται από αρμόδια Κρατικά Όργανα, οι δε Κανόνες του περιλαβάνονται, γενικώς, στα Έθιμα, στη Νομολογία και στους Νόμους.
Έθιμα: είναι οι Άγραφοι Κανόνες, οπού προέρχονται άμεσα από την Κοινωνία, με αδιάκοπη, μακρόχρονη κι ομοιόμορφη άσκησή τους από τον Λαό (Λαός ονομάζεται το σύνολο των Κατοίκων μίας Χώρας, μίας Περιοχής, μίας Πόλης, μίας Κωμόπολης, ενός Χωριού). Ο Λαός, με το να ενεργεί συνειδητά, δέχεται πως ο Κανόνας που εφαρμοζεται αποτελεί Δίκαιο (opinio Necesiratis, opinio Juris). Διότι, αν τ' Άτομα είχαν την πεποίθηση ότι ενεργώντας έτσι δεν συμμορφωνόντουσαν προς Υποχρεωτικό, αλλά προς Προαιρετικό Κανόνα Δικαίου, κατά συνέπεια ότι μπορούν να παρεκλίνουν από την εφαρμογή του, τότε δεν θα επρόκειτο γιά Έθιμο, ως Κανόνας Δικαίου, αλλά γιά Συναλλακτικά Ήθη ή Συνήθειες. Το Έθιμο, λοιπόν, πρέπει να θεμελιώνεται στη Συνείδηση γιά το Δίκαιο και στο Συναίσθημα γιά το Δίκαιο. Διακρίνεται: α. σε Γενικό, όταν ισχύει σε ολόκληρη την Επικράτεια, β. σε Τοπικό, όταν ισχύει Τοπικά, σε περιορισμένο εδαφικά Χώρο & γ. σε Ειδικό, όταν ισχύει στις Σχέσεις Περιορισμένων Κοινωνικών Ομάδων. Τέλος, Έθιμο μπορεί να προκύψει κι από την Πάγια Νομολογία, κυρίως των Ανωτάτων Δικαστηρίων, εφόσον προσδιορίζεται η έννοια ορισμένης Νομοθετικής Διάταξης.
Νομολογία: είναι η Ερμηνεία κι Εφαρμογή των Νόμων, με βάση Δικαστικές Αποφάσεις.'Ομως, αυτή δεν δημιουργεί κανόνα Δικαίου κι έτσι ο Δικαστής (Δημόσιος Λειτουργός, που ασκεί Δικαστική Εξουσία κι εκφράζει την Κρίση του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δε έχει ως Σκοπό του την Απονομή Δικαιοσύνης) είναι ελεύθερος να εφαρμόζει τον Νόμο κατά την κρίση του. &
Νόμοι: είναι Κανόνες Δικαίου, που διατυπώνονται Γραπτώς από την Πολιτεία κι οπού ρυθμίζουν Υποχρεωτικά τις Σχέσεις των Πολιτών, από τη μιά μεταξύ τους κι από την άλλη με την Πολιτεία (Νομοθεσία). Όχι όμως κι ουσιαστικά, αλλά με βάση το Σύνταγμα -τυπικώς-, όλοι είναι Ίσοι απέναντι στον Νόμο. Μόνο που στην πράξη ορισμένοι καταφέρνουν να είναι πιό Ίσοι από τους άλλους: Πρώτοι μεταξύ "Ίσων". Τέλος, οι Νόμοι λαμβάνονται υπόψη με τις εξής έννοιες: α. την Ουσιαστική, β. την Τυπική & γ. την Αναγκαστική ή Προσωρινή.
α. Στην Ουσιαστική, οι Νόμοι θεσπίζονται ανεξάρτητα από την προέλευσή τους. Η έννοιά της αναφέρεται στο Περιεχόμενο (την Ουσία) των Νόμων.
β. Στην Τυπική, οι Νόμοι θεσπίζονται από τα Νομοθετικά Όργανα (π.χ.: τη Βουλή), που καθορίζονται από το Σύνταγμα, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους. Δηλαδή, η έννοια της Τυπικότητας αναφέρεται στη Μορφή (στον Τύπο), με την οποία εκδίδεται ένας Νόμος. &
γ. Στην Αναγκαστική ή Προσωρινή, κατά την οποία ένας Νόμος εκδίδεται σε περίπτωση Έκτακτης Εθνικής Ανάγκης (Αναγκαστικός Νόμος, Α.Ν.) -τις περισσότερες φορές, αυτήν την Ανάγκη επικαλούνται οι διάφοροι Πραξικοπηματίες και Δικτάτορες, κάθε είδους-, κυρίως από τον Αρχηγό της Εκτελεστικής Εξουσίας, Εκδίδεται δ' ενέντια στον Νόμο και στη Θέση του (Contra Legem et Preter Legem) και δικαιολογείται από τη Ρωμαϊκή Θεωρία "η Σωτηρία του Λαού ας είναι ο Υπέρτατος Νόμος, Salus Populis Suprema Lex esto". Τελικά, όλα γίνονται γιά χάρη του Λαού, ερήμην του Λαού.
Το σύνολο των Κανόνων οπού ρυθμίζουν την Κοινωνική Συμβίωση (α.,β.,γ.), αποτελεί το Θετικό ή Ισχύον Δίκαιο. Έθιμα και Νόμοι μαζί, αποτελούν τη βασικότερη πηγή του Δικαίου (ο Νόμος, ως πηγή Δικαίου, που περιλαμβάνεται στο Σύνταγμα και σε όλους τους Νόμους) κι από την άποψη της Τυπικής Ισχύος, Νόμος κι Έθιμο έχουν την ίδια Δύναμη. Ο ορισμός του Δικαίου χρησιμοποιείται με διπλή έννοια: Ι. Δίκαιο Αντικειμενικό ή Δίκαιο & ΙΙ. Δίκαιο Υποκειμενικό ή Δικαίωμα.
Ι. Δίκαο Αντικειμενικό ή Δίκαιο, καλείται το σύνολο των Κανόνων οπού είναι, στην πράξη, σχεδόν όλοι υποχρεωμένοι ν' ακολουθούν στις Σχέσεις τους προς τους άλλους, τηρούνται δε με την απειλή Ποινής. Δηλαδή, το Αντικειμενικό Δίκαιο είναι κυρίως μιά Υποχρέωση. Γεννήθηκε πολύ πριν δημιουργηθεί η Ιδέα του Κράτους, καθώς κι ο Καταναγκασμός, χωρίς τον οποίο δεν θα τηρούντο οι Κανόνες Δικαίου, μιά κι ο καθένας θα ενεργούσε κατά τρόπο που εκείνος θα έκρινε σκόπιμο. Διότι, ο Άνθρωπος διακατέχεται από διάφορα Κίνητρα: Μίση, Πάθη και Συμφέροντα. Άλλωστε, δεν θα υπήρχε κι η δυνατότητα επιβολής, σε κάθε περίπτωση, της εκάστοτε Άρχουσας Τάξης. Μπορούσε να επιβληθεί από Ομάδα Ανθρώπων (Οικογένεια, Φυλή) ή από τον πιό ισχυρό απ' όλους. όπως; ο Πατέρας της Οικογένειας (Pater Familie), προς τ' άλλα Μέλη της Οικογένειας ή της Φυλής του. Το Δίκαιο γεννήθηκε από τα Ήθη, τα Έθιμα και τις Παραδόσεις των Λαών κι είναι πολύ πιό παλιό κι από τη Γραφή. Έτσι, το Αντικειμενικό Δίκαιο εμφανίζεται ως Κοινωνική Θέληση και διακρίνεται σε: α. Γραπτό & β. Άγραφο. α. Γραπτό Δίκαιο, είναι η Νομοθεσία (το σύνολο των Νόμων, οπού ρυθμίζουν τις Σχέσεις μεταξύ του Δημοσίου κ' Ιδιωτικού Δικαίου), η οποία προϋποθέτει Οργανωμένη Κοινωνία. & β. Άγραφο ή Εθιμικό Δίκαιο, είναι το Έθιμο, που αν και διαμορφώνεται σε Οργανωμένη Κοινωνία, δεν προϋποθέτει, όπως προαναφέρθηκε, αναγκαστικά την ύπαρξή της. Έτσι, μπορεί άνετα ν' αναπτυχθεί και σε μία μη Οργανωμένη Κοινωνία. &
ΙΙ. Δίκαιο Υποκειμενικό ή Δικαίωμα καλείται η ευχέρεια που δίνεται γιά την άσκηση κάποιας Δραστηριότγτας. Θεωρείται δε ότι ανήκει σ' ένα Άτομο ή μιά Ολότητα (είναι μιά Ελευθερία, μιά Ευχέρεια). Είναι το Αναγνωρισμένο, από το ίδιο το Δίκαιο, Δικαίωμα κάποιου Φυσικού ή Νομικού Προσώπου -τ' οποίο να είναι ταυτοχρόνως κι Υποκείμενο του Δικαιώματος- ν' αναλαμβάνει Νομικές Υποχρεώσεις. Δηλαδή, έχει την Ικανότητα Δικαίου, έτσι ώστε να ικανοποιεί κάποια Συμφέροντα, αυτό δε το Πρόσωπο καλείται Δικαιούχος. Ως Αντικείμενο του Δικαιώματος θεωρείται είτε ο Δικαιούχος είτε άλλα Πρόσωπα, Πράγματα ή Διανοητικά Δημιουργήματα. Από αυτό το Δικαίωμα διακρίνεται κι η Νομική Ιδιότητα των Υποκειμέν του, όπως, η Ικανότητα στο να διαθέτει κάποιος κάτι. Το Υποκείμενο πηγάζει από το Ιδιωτικό κι από το Δημόσιο Δίκαιο. Έτσι, στις Ιδιωτικές ή Αστικές Έννομες Σχέσεις, οι Πολίτες είναι τα Φυσικά Πρόσωπα, ενώ τα Κρατικά Όργανα κι οι Κοινωνικές Οργανώσεις είναι τα Νομικά Πρόσωπα. Στις Σχέσεις Διοικηικού Δικαίου εμφανίζονται ως Υποκείμενα Δικαιώματος τα Κρατικά Όργανα, οι Δημόσιοι λειτουργοί κι οι Πολίτες και στις δύο περιπτώσεις το Κράτος προσδιορίζει τη Νομική Θέση του Πολίτη, σε σχέση προς αυτό και τ' Αρμόδια Όργανά του, καθώς και με τ' άλλα Πρόωπα, διαφέροντας όμως η έννοια και το περιεχόμενό της, αναλόγως προς τα Κοινωνικά Συστήματα οπού επικρατούν. Έτσι, γιά παράδειγμα, από την αναγέννηση κι ειδικά όταν κατά τον 18ο αιώνα επικράτησε η Αστική Τάξη, το Δίκαιο, τυπικά, ανακήρυξε όλους τους Πολίτες Ίσους, Όμως, ουσιαστικά, υπήρχε ακόμη η Οικονομική και κατά συνέπεια Κοινωνική Ανισότητα.
Από τα πολλαπλά Πρόσωπα και Πράγματα των Ιδιωτικών και των Δημόσιων Σχέσεων, τα Δικαιώματα διακρίνονται: Α. στην Κατηγορία των Ιδιωτικών Σχέσεων & Β. στην Κατηγορία των Δημόσιων Σχέσεων.
Α. στην Κατηγορία των Ιδιωτικών Σχέσεων υπάγονται: 1. Οικογενειακό Δίκαιο: α. Απόλυτο και Σχετικό, β. Διαιρετό κι Αδιαίρετο & γ. Προσωποπαγές ή Αμετάβίβαστο. 2. Περουσιακά Δικαιώματα: α. Εμπράγματα, β. Ενοχικά, γ. Κληρονομικά & δ. Άυλα Αγαθά, όπως: Συγγραφές κ.α. & 3. Δίκαο της Προσωπικότητας, όπως οι Όροι της Ανθρώπινης Ύπαρξης. &
Β. στην Κατηγορία των Δημόσιων Σχέσεων υπάγονται: 1. Δημόσια ή Θεμελιώδη Δικαιώματα, όπως: η Ελευθερία του Τύπου, της Γνώμης κ.λ.π. & 2. Πολιτικά Δικαιώματα: α. με μόνο Κοινωνικά κι Αξιοκρατικά Κριτήρια να είναι κάποιος δεκτός στις Δημόσιες Υπηρεσίες, β. να εκλέγει γ. να εκλέγεται (τα β. & γ. είναι και Πολιτικές Υποχρεώσεις κι ανήκουν στο Εκλογικό Δίκαιο) & δ. να είναι κάποιος Ένορκος.

Βασίλειος Γκίκας

Μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Νέας Υόρκης στην Οικονομία και στον Νόμο