Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

15-10-13 Γενικά περί Νεοπλατωνισμού

 Νεοπλατωνισμός Σχολές και Νεοπλατωνικοί Φιλόσοφοι

Γενικά περί Νεοπλατωνισμού.
Ο Νεοπλατωνισμός είχε μεγάλη διάδοση, αφού, όπως κι ο Χριστιανισμός ανταποκρινόταν στις βαθύτερες ανάγκες των ανθρώπων της εποχής που ποθούσαν τη λύτρωση από τα βάσανά τους μέσω μίας Μεταφυσικής Δύναμης (είτε αυτή ήταν το Εν του Πλωτίνου είτε ο Θεός των Χριστιανών). Στην Πέργαμο, στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα συνεχίστηκε η παράδοση του Πλωτίνου. Νεοπλατωνική υπήρξε κι η Φιλόσοφος Υπατία, την οποία δολοφόνησε το 415 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια ο Χριστιανικός Φανατισμός. Στην Αθήνα το τέλος του Νεοπλατωνισμού σήμανε όταν ο Ιουστινιανός αποφάσισε το 529 μ.Χ. να κλείσει όλες τις Φιλοσοφικές Σχολές της πόλης. Τότε, 7 Αθηναίοι Φιλόσοφοι κατέφυγαν στον Βασιλιά της Περσίας Χοσρόη και ζήτησαν εκεί άσυλο. Επέστρεψαν στην Αθήνα 4 χρόνια αργότερα, όμως πλέον δεν ήταν δυνατή η συνέχιση της Φιλοσοφικής Παράδοσης.
Ο Νεοπλατωνισμός επηρέασε πολύ τη Φιλοσοφία του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Στη Χριστιανική Δύση οι Θεωρίες του Πλάτωνα και του Πλωτίνου επηρέασαν τον Ιερό Αυγουστίνο (4ος- 5ος αι.) και τους Γερμανούς Μυστικιστές, όπως τον Meister Eckhart/ Μάιστερ Έκχαρτ (13ος-14ος αι.). Στην επίδραση του Νεοπλατωνισμού οφείλεται κι η θεολογική άποψη ότι ο Θεός παραμένει άγνωστος στην Ουσία Του, αλλά γνωστός μέσα από τις ενέργειές Του.
Την εποχή της Ιταλικής Αναγέννησης ο Λόγιος Marsilo Ficino/ Μαρσίλιο Φιτσίνο ιδρύει στη Φλωρεντία το 1459 την Πλατωνική Ακαδημία. Από αυτήν διαδίδεται ο Πλατωνισμός σε όλη την Ευρώπη. Στην Αγγλία ιδρύεται επίσης μία Πλατωνική Φιλοσοφική Σχολή στο Cambridge. Όμως, ο Πλατωνισμός που επαγγέλλονταν αυτές οι Σχολές ήταν ένα μίγμα Πλατωνισμού και Νεοπλατωνισμού.

Νεοπλατωνισμός.
O όρος Νεοπλατωνισμός χρησιμοποιείται από την Ιστορία της Φιλοσοφίας γιά να σηματοδοτήσει μία καινοτόμα χρονική Περίοδο στη Σκέψη και τις Ιδέες του Πλατωνισμού κατά την Περίοδο της Ύστερης Αρχαιότητας (3ος - 6ος αιώνας). Ο Νεοπλατωνισμός αποτέλεσε Ηθική, Μεταφυσική και Μυστικιστική Φιλοσοφική Σχολή, γι' αυτόν τον λόγο κατέχει, ανάμεσα στα άλλα, κεντρικό ρόλο στην Ιστορία των Θρησκειών και του Αποκρυφισμού.
Ο Νεοπλατωνισμός σχηματίστηκε στην Αλεξάνδρεια κατά τον 3ο αιώνα από τον Φιλόσοφο Αμμώνιο, τον επικαλούμενο Σακκά, που δίδασκε εκεί. Σημαντικοί Μαθητές του υπήρξαν ο Ωριγένης (διάφορος από τον ομώνυμο Χριστιανό Συγγραφέα), ο Ερέννιος κι ο Λογγίνος, αλλά την περαιτέρω ανάπτυξη, συστηματοποίηση και διάδοση αυτής της Κίνησης πραγματοποίησε ο Μαθητής του Πλωτίνος (204 - 270).
Ο Πλωτίνος επανερμήνευσε τον Πλάτωνα Μονιστικά και Πανθεϊστικά, υπήρξε υπέρμαχος του Μυστικισμού και της Ατομικής Βύθισης, μέσω του Διαλογισμού και της Ενδοσκόπησης, στην Ενιαία Θεία Δύναμη, στον Αιώνιο Κόσμο των Ιδεών. Έτσι προσέφερε μία Λυτρωτική Φιλοσοφία που δεχόταν τη δυνατότητα ανύψωσης του ανθρώπινου πνεύματος στο τέλειο, μία πλήρη Διδασκαλία που συνταίριαζε την Ελληνική Φιλοσοφία με την Τυπολατρική Ελληνορωμαϊκή Λατρευτική Παράδοση, ερμηνευμένη εκ νέου μέσω αφαιρετικών σχημάτων και μεταφορών και με τις Μυστηριακές Θρησκείες της Ανατολής.
Μετά τον θάνατο του Πλωτίνου το Σύγγραμμά του Εννεάδες, που εξέδωσε ο μαθητής του Πορφύριος (232 - 301), απετέλεσε το θεμέλιο του όλου Φιλοσοφικού Συστήματος των Νεοπλατωνικών Φιλοσόφων. Γρήγορα άρχισαν να ιδρύονται Νεοπλατωνικές Σχολές σε πλείστα μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κερδίζοντας την προτίμηση της Ελίτ του Ρωμαϊκού Κόσμου και δεν άργησαν να διαφοροποιηθούν μεταξύ τους.
Ο Νεοπλατωνισμός αποτέλεσε μία πολύτιμη γέφυρα μεταξύ του Ριζοσπαστικού, Ασκητικού και Μυστικιστικού Ρεύματος της Λαϊκής Διανόησης, που εξαπλώθηκε ευρύτατα κατά τον 3ο αιώνα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και της Φιλοσοφικής Παιδείας των καλλιεργημένων Αστών κι Αριστοκρατών, τη στιγμή που τα περισσότερα παρεμφερή Φιλοσοφικά και Θρησκευτικά Κινήματα υπόσχονταν στις Κατώτερες Τάξεις Σωτηρία δίχως ανάγκη μελέτης της Κλασικής Ελληνορωμαϊκής Παιδείας. Ο Νεοπλατωνισμός υπήρξε το μαχητικό προπύργιο της Συντηρητικής Ρωμαϊκής Αριστοκρατίας, η οποία γρήγορα εγκατέλειψε γιά χάρη του τον Στωικισμό και τον Επικουρισμό, σε μεταφυσικές διαμάχες με τον Γνωστικισμό, τον Χριστιανισμό και κάθε Διανοητικό Ρεύμα ή Μυστηριακή Λατρεία που απαρνούνταν τη μακρόβια Ελληνορωμαϊκή Παράδοση ή υιοθετούσε μία ζοφερή, απορριπτική οπτική απέναντι στην Ύλη, θεωρώντας την βδελυρή και ταυτίζοντάς την με το Κακό, μιά οπτική η οποία δε συμφωνούσε με τις Τυπικές Ελληνικές Πρακτικές, αλλά έβρισκε απήχηση στα λιγότερο ευνοημένα κοινωνικά στρώματα.
Ως Φιλοσοφικό Κίνημα ο Νεοπλατωνισμός άκμασε στην Αλεξάνδρεια, όπου γεννήθηκε αλλά, ακόμα περισσότερο, στην Ιταλία και την Ελλάδα, καθώς εκεί συνάντησε καθολική αποδοχή ως σύγχρονη μετεξέλιξη της Κλασικής Πλατωνικής Φιλοσοφίας και της Ελληνικής Λατρευτικής Θρησκείας, μίας ζωντανής Παράδοσης με γερές ρίζες αιώνων στις εν λόγω περιοχές. Ως τις αρχές του 4ου αιώνα ο Νεοπλατωνισμός σχεδόν ταυτίστηκε με τον Ελληνισμό, καθώς αυτός ήταν που ανέλαβε να υπερασπίσει το Ελληνορωμαϊκό Πάνθεον και την Ελληνική Φιλοσοφία και Παιδεία από Διανοητικά Ρεύματα που είτε απέρριπταν (όπως ο Χριστιανισμός) είτε υποκαθιστούσαν (όπως ο Γνωστικισμός) την Ελληνορωμαϊκή Παράδοση. Ρεύματα που η Συντηρητική Αριστοκρατία αποδοκίμαζε ως βαρβαρικά. Κυριολεκτικά η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία συσπειρώθηκε γύρω από τον Νεοπλατωνισμό, σε μιά εποχή που ο διαδεδομένος Χριστιανισμός, γιά διάφορους λόγους, άρχιζε να κερδίζει την προτίμηση των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων ως Ενοποιητικός Μηχανισμός του απέραντου Κράτους τους.
Στη Δύση ο Νεοπλατωνισμός ρίζωσε με τον Αυγουστίνο και τον Φιλόσοφο Βοήθιο, ο οποίος θανατώθηκε στη φυλακή το 525 κατά διαταγή του Βασιλιά των Οστρογότθων κατηγορούμενος γιά Προδοσία. Αντίθετα, στην Ανατολή ο Νεοπλατωνισμός, ταυτισμένος σχεδόν με τον Παγανισμό, διώχθηκε ώσπου οι τελευταίες Φιλοσοφικές Σχολές έκλεισαν με Αυτοκρατορικό Διάταγμα το 529, αλλά τις Νεοπλατωνικές Αρχές διέσωσε ο Ψευδο-Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης μέσα από τα Συγγράμματά του. Κατά τον 11ο αιώνα σημειώθηκε στο Βυζάντιο αναβίωση των Νεοπλατωνικών αντιλήψεων σε Χριστιανικό πλαίσιο, όπου πρωταγωνίστησε ο Μιχαήλ Ψελλός και κατά τον 15ο αιώνα ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων.
Η Νεοπλατωνική Σκέψη συνεχίζεται στη Μεσαιωνική και Νεότερη Φιλοσοφία. Η επιρροή της αντανακλάται αρχικά στην Αναγεννησιακή Φιλοσοφία της Φλωρεντινής Ακαδημίας, του Μαρσίλιο Φιτσίνο, του Πίκο ντελά Μιράντολα, καθώς και μεταγενέστερα στα κείμενα του Τόμας Τέιλορ και τις Επιστημονικές μελέτες του Σλαϊερμάχερ στις αρχές του 19ου αιώνα.

Βασικές Αρχές του Νεοπλατωνισμού:
1. Υπέρτατη Οντολογική Αρχή είναι το Εν (το Μοναδικό), που τοποθετείται υπεράνω ύπαρξης όπου και καλείται Υπερούσιον. Από το Υπερούσιον Εν απορρέουν διαδοχικά μέσω υπερχείλισης της ουσίας του ο Νους, δηλαδή ο Νοητός Κόσμος των Ιδεών κι η Ψυχή. Η τελευταία, παρόμοια με τον Στωικό Λόγο, εμπλέκεται με την προϋπάρχουσα, αδιαμόρφωτη Πρωταρχική Ύλη κι έτσι δίνει μορφή στον Αισθητό Φυσικό Κόσμο: την Κατώτερη Υπόσταση της Πραγματικότητας. Επομένως, σε κάθε Φυσικό Σώμα εμπεριέχεται ένα απειροελάχιστο τμήμα της Ψυχής: η Ατομική Ψυχή του, η οποία συντηρεί τη μορφή του με βάση τα πρότυπα που παρέχουν οι Ιδέες του Νου.
2. Τα 4 προαναφερθέντα Μεταφυσικά Επίπεδα, αν και σαφώς προσανατολισμένα από το Ανώτερο (το Εν) στο Κατώτερο (τον Φυσικό Κόσμο), είναι αλληλένδετα και δεν υπάρχουν Κοσμικά Χάσματα μεταξύ τους. Η δημιουργία του Κόσμου δεν είναι μία στιγμιαία πράξη, αλλά, κατά κάποιον τρόπο, συμβαίνει συνεχώς, με κάθε Οντολογική Υπόσταση να υποστηρίζει διαρκώς την ύπαρξη των κατωτέρων της. &
3. Ηθικός Προορισμός του Ανθρώπου είναι η επανύψωση της έκπτωτης Ατομικής Ψυχής του στην αρχική της αφετηρία, δηλαδή η ένωσή της με το αρχικό Εν, μέσω Μυστικιστικής Έκστασης. Όμως, βασική προϋπόθεση γιά την εκπλήρωση της επανασύνδεσης αυτής είναι η Κάθαρση, που επιτυγχάνεται με τον Ενάρετο Βίο.
Ως προς την Οργάνωση του Πολιτικού Βίου οι Νεοπλατωνιστές πίστευαν στις αντιλήψεις του Πλάτωνα περί Ιδεώδους Πολιτείας. Ο Πλωτίνος είχε ζητήσει από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Γαλιηνό, άνθρωπο του φιλικού του Κύκλου στη Ρώμη, να του παραχωρήσει μιά από τις κατεστραμμένες πόλεις της Καμπανίας προκειμένου να ιδρύσει πόλη σύμφωνα με τις Νεοπλατωνικές Θεωρίες, την Πλατωνόπολη.
Αξιοσημείωτη επίσης είναι η αντίληψη του Ιάμβλιχου και του Πρόκλου σύμφωνα με την οποία η κίνηση του Κόσμου τελείται κατά Τριαδικό Εξελικτικό Σχήμα, με πρώτη φάση τη Μονή, δεύτερη την Πρόοδο και τρίτη την Επαναφορά ή Επιστροφή. Η εν λόγω Κίνηση αφορούσε τη διαδοχική απορροή Υποστάσεων της Πραγματικότητας από το Εν (η Πρόοδος) και την αντίστροφη εγγενή τάση που παρουσιάζουν οι υποδεέστερες Υποστάσεις να επιστρέψουν στην πηγή τους (η Επαναφορά). Η Επαναφορά αποτελεί και την αιτία της Ανάγκης της Ατομικής Ανθρώπινη Ψυχής γιά Ύψωση κι Υπέρβαση του Φυσικού Κόσμου: της Κατώτατης Υπόστασης. Η Τριαδικότητα:
1. Σώμα: Το ανθρώπινο σώμα αποτελεί την πραγμάτωση του Φυσικού Στοιχείου, καθ' όσον απαρτίζεται από τις έννοιες της γης, του νερού, του αέρα και της φωτιάς. Η Φυσική Υπόσταση καθορίζει την απόδοση των οργανικών κατασκευασμάτων, συντελώντας στην επιρροή της μεταβολής. Κατόπιν τούτου, η Ύλη παραμένει αναλλοίωτη, ενώ η Μορφή επιδέχεται μετατροπές. Το παράδειγμα του αγάλματος προϋποθέτει την ανακατασκευή του μετάλλου-δίσκος-αγαλματίδιο. 2.Ύλη: Το ενδομήτριο συστατικό, ως Οντότητα, δεν οριοθετείται. Ωστόσο, τα ιδιώματα της ευκρινούς απαρχής των Φυσικών Δομών ανάγονται στη μερική ταύτιση, διότι διακυβεύεται Θεμελιώδης Αποσυγχρονισμός. Η Σημασιολογική Αοριστολογία προσδίδει ανυπέρβλητες δυνατότητες, οι οποίες ενεργούν κατ' Ασύμβατη Ακολουθία. & 3. Ψυχή: Η Ψυχή φέρει την μορφολογική σχηματοποίηση, επιτρέποντας την διαδραστικότητα των αισθητών ερεθισμάτων. Η εσωτερική σύνδεση Οξύμωρων Ιδεών τροφοδοτεί την ενεργητικότητα της Ύπαρξης.

Σχολές.
Μετά τον Πλωτίνο και την έκδοση των Εννεάδων από τον Πορφύριο η ορμή του Νεοπλατωνισμού ξεχύθηκε σε πολλαπλά διαφορετικά μονοπάτια. Κάθε Σχολή στη Ρωμαϊκή Επικράτεια είχε τον δικό της προσανατολισμό και χαρακτήρα. Οι βασικότερες Σχολές ήταν οι παρακάτω:
1. Η Νεοπλατωνική Σχολή Ρώμης: Κεντρικός Εκπρόσωπός της ήταν ο Πορφύριος, Συγγραφέας πολυάριθμων σχετικών Φιλοσοφικών κι Επιστημονικών Συγγραμμάτων.
2. Η Νεοπλατωνική Σχολή Συρίας ή Συριανή Σχολή: Κύριος Εκπρόσωπός της ήταν ο Ιάμβλιχος, ο οποίος πέθανε το 330. Μαθητής του υπήρξε ο Σώπατρος (που ο Μέγας Κωνσταντίνος τον είχε ορίσει Επόπτη των Τελετών στα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης). Επίσης στους Μαθητές του συγκαταλέγονται ο Θεόδωρος (εξ Ασίνης) κι ο Δέξιππος.
3. Η Νεοπλατωνική Σχολή Περγάμου ή Περγαμηνή Σχολή: Κύριος Εκπρόσωπός της ήταν ο Αιδέσιος, ο οποίος και την ίδρυσε, Μαθητής του Ιάμβλιχου. Σε αυτήν ανήκαν ο Ευσέβιος, ο Μάξιμος, ο Χρυσάνθιος, ο Ευνάπιος κι ο Αυτοκράτορας Ιουλιανός.
4. Η Νεοπλατωνική Σχολή Αθηνών, που εμφανίζεται στις αρχές του 5ου αιώνα: Κύριος Εκπρόσωπός της ήταν ο Πλούταρχος (Αθηνών), ο οποίος πέθανε το 431 και τον διαδέχθηκε ο Συριανός. Τον τελευταίο διαδέχθηκε ο σημαντικότερος των Αθηναίων Νεοπλατωνιστών, ο Πρόκλος (410 – 485). Διάδοχοι δε αυτού κατά σειρά ήταν ο Μαρίνος, ο Ισίδωρος της Αλέξανδρειας κι ο Δαμάσκιος, που κατά τη Σχολαρχία του, το 529, ο Ιουστινιανός έκλεισε με Διάταγμα τη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών. Επίσης του Δαμάσκιου Μαθητής υπήρξε ο Σχολιαστής των Αριστοτελικών Συγγραμμάτων Σιμπλίκιος. &
5. Η Νεοπλατωνική Σχολή Αλεξανδρείας ή Αλεξανδρινή Σχολή: Κύρια Εκπρόσωπός της ήταν η Υπατία, η οποία το 414 έπεσε θύμα της θηριωδίας του Χριστιανικού Φανατισμού, στην Αλεξάνδρεια. Μαθητής της υπήρξε ο Συνέσιος, ο μετέπειτα Επίσκοπος της Πτολεμαΐδας. Επίσης, σε αυτόν τον Κλάδο συγκαταλέγονται ο Μαθηματικός κ' Ιατρός Ασκληπιόδοτος, ο Ολυμπιόδωρος κι ο Ιεροκλής. Απ'ο αυτή τη Σχολή προέρχεται κι ο Χριστιανός Ιωάννης ο Φιλόπονος. Τελευταίος Εκπρόσωπος της Αλεξανδρινής Σχολής ήταν ο Στέφανος ο Αλεξανδρινός, που επί Αυτοκράτορα Ηράκλειτου δίδαξε αυτή τη Φιλοσοφία στην Κωνσταντινούπολη, δημιουργώντας έτσι τη Νεοπλατωνική Σχολή Κωνσταντινούπολης.
Ο Νεοπλατωνισμός είχε αναμφισβήτητα ευρεία διάδοση και σημαντική επίδραση. Με αυτόν η Δυτική κι η Ανατολική Εκκλησία γνώρισαν τις προ Χριστού Χριστιανικές Ιδέες του Πλάτωνα και μυήθηκαν σ΄ αυτές, δανειζόμενες Φιλοσοφική Ορολογία γιά να περιγράψουν τη Θεολογία τους. Η Ανατολική Εκκλησία σήμερα με τον όρο Υπερούσιον ονομάζει τον Θεό και τον Χριστό (...τον Υπερούσιον τίκτει). Ο Αυγουστίνος πίστευε ότι ο Χριστιανισμός ήταν μία τελειοποιημένη εκδοχή του Νεοπλατωνισμού κι έτσι, υπό το Νεοπλατωνικό του πρίσμα, ταύτισε μεταξύ τους τον Νοητό Χώρο των Ιδεών, τη Διανόηση, την Ψυχή και το Πνεύμα.
Στους Νεότερους Χρόνους επηρεασμένοι από τις Νεοπλατωνικές Ιδέες φέρονται ο Κομένιος, ο Σπινόζα, ο Λάιμπνιτς, ο Γκαίτε, ο Έγκελς, ο Γάλλος Φιλόσοφος Μπερξόν, καθώς κι όλα τα σύγχρονα Μυστικιστικά Φιλοσοφικά Ρεύματα. Επίσης με το Τριαδικό Σχήμα της Μονής-Προόδου-Επαναφοράς οι Νεοπλατωνιστές επηρέασαν τη Θεωρία περί Διαλεκτικής Κίνησης, που ανέπτυξε μεταγενέστερα ο Έγελος, ο οποίος δίδασκε ότι η Εξέλιξη ορμώμενη από τη Θέση, προχωρεί στην Αντίθεση και καταλήγει στη Σύνθεση. Αυτό το Εξελικτικό Σχήμα είναι που δέχθηκε και παρέλαβε από τον Έγελο ο Ιδρυτής του Κομμουνισμού Κάρολος Μαρξ.

Νεοπλατωνικοί Φιλόσοφοι (από τον 3ο στον 20 αιώνα).
Στοιχεία του μετέπειτα Παγανιστικού Νεοπλατωνισμού υπάρχουν στον Φίλωνα τον Αλεξανδρινό, κατά τον 1ον αι. μ. Χ. αιώνα. Τον 3ο αιώνα αναφέρονται πρώτα οι Παγανιστές Νεοπλατωνικοί που ξεκίνησαν και διέδωσαν τη Φιλοσοφία τους στους μεταγενέστερους. Από τους τελευταίους πάλι αναφέρονται μόνο όσοι εμπνεύστηκαν, μελέτησαν κι επηρεάστηκαν από αυτήν την 1η Περίοδο Δημιουργίας του Κινήματος. Πρόκειται γιά ένα μεγάλο τμήμα της Ιστορίας της Φιλοσοφίας με χιλιάδες Διακλαδώσεις. Τηρείται μία χρονολογική σειρά εμφάνισης των προσώπων στην Ιστορία, αν κι αναγκαστικά, όταν πρόκειται γιά κάποια Ρεύματα με ιδιαίτερα Εθνικά ή Ιδεολογικά χαρακτηριστικά, παρατίθεται η συνέχειά τους έως ένα χρονικό σημείο και έπειτα γίνεται η μετάβαση σε κάποιο άλλο Ρεύμα, γιά να ακολουθηθεί το νήμα της ιστορικής διαδοχής από μία Πρωιμότερη Περίοδο.
Ο Νεοπλατωνισμός φέρεται να δημιουργήθηκε από τον μυστηριώδη Διδάσκαλο Φιλοσοφίας στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, τον Αμμώνιο Σακκά στον 3ον αι. μ.Χ. Όμως, ο ουσιαστικός Ιδρυτής του υπήρξε ο Μαθητής του, Πλωτίνος, που γεννήθηκε στην Λυκόπολη της Αιγύπτου και δίδαξε στη Ρώμη, πεθαίνοντας το 270 μ.Χ. Είχε πολλούς πιστούς Μαθητές και φίλους, όπως τον Αμέλιο Γεντιλιανό (ο Κάσσιος Λογγίνος θαύμαζε το έργο του), οι οποίοι αναφέρονται στην βιογραφία που έγραψε ο Μαθητής του Πορφύριος, ο οποίος εξέδωσε και το συνολικό έργο του, τις Εννεάδες, χωρίζοντάς το σε 54 Πραγματείες, που κατένειμε σ' 6 Ομάδες των 9. Κατά τον 4ον αιώνα, με τον Ιάμβλιχο, από τη Συρία, Μαθητή του Πορφυρίου, τονίστηκαν οι Μυστικές και Θεουργικές Όψεις και Προεκτάσεις του Κινήματος, καθοριστικές γιά τη διαμόρφωση της μετέπειτα Φυσιογνωμίας του. Ανάμεσα στους Μαθητές του Ιαμβλίχου υπήρξαν ο Αυτοκράτωρ Ιουλιανός κι ο Ιστορικός και Βιογράφος Ευνάπιος. Στον ίδιον μαθήτευσαν οι Θεουργοί Χρυσάνθιος, ο Πρίσκος ο Ηπειρώτης, ο Μάξιμος, (οι οποίοι τελούσαν μαγικές πρακτικές προς χάριν του Ιουλιανού) κι ο αδερφός του Νυμφιδιανός, ο Ευσέβιος, ο Γόης Σώπατρος, ο Αιδέσιος, πατέρας της Θεουργού Σωσιπάτρας, η οποία γέννησε τον γιό του Ευσταθίου, Αντωνίνο, ο Βίος του οποίου είχε πολλά κοινά με τους Χριστιανούς Ασκητές. Άλλοι Ελάσσονες Νεοπλατωνικοί του 4ου αι. υπήρξαν ο Θεμίστιος κι ο Θεόδωρος Ασίνης, ο οποίος υποστήριζε την ακραία Θεωρία περί Απειρίας του Νοητού Κόσμου κι ο Σχολιαστής των Αριστοτελικών Κατηγοριών Δέξιππος. Ως Θεουργοί αναφέρονται κι οι αδερφοί Ασκληπιάδης κι Ηραΐσκος, ενώ ξεχωρίζει γιά τη Σύνοψη των Δογμάτων του Κινήματος ο Ρωμαίος Στρατιωτικός Σαλλούστιος. Ο επίσης Ρωμαίος Μακρόβιος υπομνημάτισε το Somnium Scipionis του Κικέρωνα, μιλώντας γιά την ονειρική πτήση της Ψυχής. Στην Πλατωνική Ακαδημία της Αθήνας, δίδαξε ο Πλούταρχος κι οι Μαθητές του Ιεροκλής και Συριανός. Μαθητές του τελευταίου παραδίδονται ο Ερμείας, που παντρεύτηκε τη συγγενή του Διδασκάλου του Νεοπλατωνικό Φιλόσοφο Αιδεσία και γέννησαν τον Ηλιόδωρο και τον Αμμώνιο του Ερμείου, ο εγγονός του Αρχιάδας κι ο Πρόκλος (που είχε Διδάσκαλο, εκτός αυτού, τον Ολυμπιόδωρο τον Πρεσβύτερο) από την Λυκία της Μικράς Ασίας. Ο Πρόκλος, εξίσου σημαντικός με τον Πλωτίνο, δίδαξε στην Αθήνα τον 5ον αι. συστηματοποιώντας και γράφοντας ένα τεράστιο αριθμό Εργασιών από τις οποίες πολλές διασώθηκαν μέχρις σήμερα. Ο Μαρίνος, ο διάδοχός του, έγραψε τη βιογραφία του, όπως κι ο Δαμάσκιος, ο τελευταίος Σχολάρχης της Σχολής, στον 6ον αι., έγραψε τη βιογραφία του δικού του Διδασκάλου, Ισιδώρου. Μαθητής του Πρόκλου κι ανταγωνιστής του Μαρίνου, υπήρξε ο Ηγίας, ενώ στην ίδια εποχή δίδαξε στην Σχολή της Αθήνας κι ο Ζηνόδοτος. Η Φιλόσοφος Υπατία από την Αλεξάνδρεια, που είχε ως Μαθητή της τον μετέπειτα Επίσκοπο Κυρήνης Συνέσιο, έγινε Μάρτυρας του Κινήματος, αφού λυντσαρίστηκε από φανατισμένους Χριστιανούς το 415, υπήρξε θύμα των πολιτικών παιγνίων της πόλης της. Άλλη γυναίκα Νεοπλατωνική του 5ου αι. υπήρξε η Ασκληπηγένεια, κόρη του Πλουτάρχου, Νεοπλατωνικός ήταν κι ο αδερφός της Ιέριος. Στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου γεννήθηκε ο Ασκληπιόδοτος, Μαθητής του Πρόκλου και του Δομνίνου του Λαρισαίου, Διδασκάλου του Δαμάσκιου. Ο Ολυμπιόδωρος ο Νεώτερος συνέχισε την Παράδοση των Σχολιαστών του Αριστοτέλους. Ο Αγάπιος δίδασκε Νεοπλατωνική Φιλοσοφία στην Κωνσταντινούπολη στον 6ον αι. Μαζί με τον Διδάσκαλό τους, τον τελευταίο Σχολάρχη της Ακαδημίας της Αθήνας, Δαμάσκιο, οι Σιμπλίκιος, Ευλάμιος ο Φρύγας, ο Πρισκιανός ο Λυδός, ο Ερμείας, ο Διογένης από τη Φοινίκη κι ο Ισίδωρος ο Γαζαίος, μετανάστευσαν στην Αυλή του Βασιλιά Χοσρόη, αφότου ο Ιουστινιανός έκλεισε την Πλατωνική Ακαδημία της Αθήνας το 529 μ.Χ.
Ο Χριστιανικός Νεοπλατωνισμός χρήζει ιδιαίτερης μνείας, εφόσον επηρεάζει κι επηρεάζεται από τον Παγανιστικό Νεοπλατωνισμό. Άρχεται από τον θεολόγο Ωριγένη λίγο παλαιότερου του Πλωτίνου, τους Καππαδόκες Πατέρες Γρηγόριο Νύσσης, Βασίλειο Καισαρείας και Γρηγόριο Ναζιανζηνό, τον Νεμέσιο Εμέσης στον 4ον αι., τον Ψευδο - Διονύσιο Αρεοπαγίτη στον 5ον αι. και τον επηρεασμένο από το Νεοπλατωνισμό του Ωριγένους, Ευάγριο Ποντικό. Νεοπλατωνικές Ιδέες συναντώνται στο έργο του Μάξιμου Ομολογητή, ο οποίος, όπως κι ο Ιωάννης Σκυθόπολης, γράφει Σχόλια στο έργο του Ψευδο-Διονυσίου και στον Λεόντιο τον Βυζάντιο, λανθάνουν και στο έργο του Ιωάννη Δαμασκηνού. Άλλοι Χριστιανοί Νεοπλατωνικοί μπορούν να θεωρηθούν οι 3 Γαζαίοι, Αινείας, Προκόπιος κι o Ζαχαρίας, ο οποίος ήταν Μαθητής του Αμμώνιου του Ερμείου, ο Ιωάννης Φιλόπονος, ο Στέφανος, ο Ηλίας, ο Δαυίδ, o Ασκληπιός, (o Γέσσιος μαρτύρησε ως Παγανιστής), ο Στέφανος Αλεξανδρεύς στον 7ον αι. Αυτοί, όπως κι ο Αναστάσιος ο Σιναΐτης, υπήρξαν Σχολιαστές του Αριστοτελικού corpus με νεοπλατωνικά κριτήρια. Στο Δυτικό Μεσαίωνα, ο Χαλκίδιος στον 4ον αι. επέδειξε ενδιαφέρον γιά τον Νεοπλατωνισμό, όπως κι ο Φιρμίκιος Ματέρνος, που έγραψε γιά το τέλος της ζωής του Πλωτίνου, τοποθετώντας πάνω απ' όλα κι όλους την Ειμαρμένη, την οποία ούτε οι Φιλόσοφοι μπορούν να ξεγελάσουν. Η Φιλοσοφία του Νεοπλατωνισμού έτυχε ιδιαίτερης κριτικής αποδοχής στο έργο του Ιερού Αυγουστίνου, του Διδασκάλου του Αμβρόσιου Μεδιολάνων, του Μάριου Βικτωρίνου και του Κλαυδιανού Μαμέρτου (πεθ. 474), ενώ με τον Χριστιανό Βοήθιο, κατά τον 6ον αι. συνεχίστηκε η πολυσήμαντη επιρροή της στον Δυτικό Μεσαίωνα.
Αφότου έκλεισε η Πλατωνική Ακαδημία των Αθηνών, έπαψε η διδασκαλία των Δογμάτων, αλλά είχε ήδη διαγράψει μία λαμπρή πορεία 3 τουλάχιστον αιώνων ζωής. Κατά την εποχή του Α' Βυζαντινού Ουμανισμού, ο Λέων ο Μαθηματικός αφιέρωσε χρόνο στη σπουδή νεοπλατωνικών κειμένων, όπως κι ο Πατριάρχης Φώτιος, που έδωσε κάποιες περιλήψεις από αυτά που διάβασε. Ο Μαθητής του τελευταίου, Αρέθας Καισαρείας, συνέγραψε Σχόλια στην Εισαγωγή του Πορφυρίου. Ο Βυζαντινός Λόγιος Μιχαήλ Ψελλός ονομάστηκε από πολλούς σύγχρονούς Μελετητές Νεοπλατωνικός, με την έννοια ότι προσπάθησε ν' αναζωογονήσει το Νεοπλατωνικό Ρεύμα. Ο Ψελλός έζησε τον 11ον αι. κι είχει διαβάσει τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς και το έργο του Πρόκλου. Μαθητής του υπήρξε κι ο Νεοπαλατωνικός Ιωάννης Ιταλός, ο οποίος αφορίστηκε από την Εκκλησία γιά τις τολμηρές του απόψεις, ο Μαθητής του Ιταλού, Ευστράτιος Νικαίας, αποδέχτηκε Νεοπλατωνικές Αρχές. Ο Νικόλαος Μεθώνης έναν αιώνα μετά τον Ψελλό, θα συγγράψει το Ανάπτυξις της Θεολογικής Στοιχειώσεως Πρόκλου Πλατωνικού Φιλοσόφου, προσπαθώντας ν' ανασκευάσει το θεμελιώδες αυτό έργο του Πρόκλου. Ο Μιχαήλ Εφέσιος συνέχισε τη Σχολιαστική Παράδοση του έργου του Αριστοτέλη. Τον 13ον αι. ο Νικηφόρος Χούμνος προσπάθησε με τη σειρά του ν' αναθεωρήσει την άποψη του Πλωτίνου γιά την ψυχή. Ο σύγχρονός του Θεόδωρος Μετοχίτης έγραψε γιά διάφορα θέματα στο έργο του Σημειώσεις Γνωμικαί, ενώ ο Γεώργιος Παχυμέρης υπομνημάτισε και μετέφρασε έργα του Πρόκλου και το έργο του Βοηθίου μεταφράστηκε από τον Μάξιμο Πλανούδη. Ο Νικηφόρος Βλεμμύδης, αν και χρησιμοποίησε κατά κόρον τους Νεοπλατωνικούς Σχολιαστές στις Φυσικές Πραγματείες του, ήταν κυρίως Αριστοτελικός.
Το Μυστικό Κίνημα στο Ύστερο Βυζάντιο απηχεί τη Νεοπλατωνική έφεση προς τον Θεό, έχοντας αρχίσει ήδη με τους Ύμνους Θείων Ερώτων του Συμεώνος του νέου Θεολόγου και τα κείμενα του Νικήτα Στηθάτου, που προτρέπουν στη βίωση της Μυστικής Σιωπής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα Χριστιανικού προσεταιρισμού Νεοπλατωνικών θέσεων αποτελεί το Κίνημα του Ησυχασμού, αφού εφαρμόζει μυστικές πρακτικές Έκστασης κι εναντιώνεται στον Δυτικό Σχολαστικισμό. Εισήχθηκε στο Άγιο Όρος από τον Νικηφόρο Καλαβρό και τον Γρηγόριο Σιναίτη. Υπέρμαχοι του υπήρξαν ο Επίσκοπος Θεσσαλονίκης Γρηγόριος Παλαμάς κι ο Νικόλαος Καβάσιλας, ενώ εναντίον του στάθηκαν Λόγιοι με στραμμένο το ενδιαφέρον στη Λατινική Θεολογία, όπως ο Βαρλάαμ ο Καλαβρός, ο Νικηφόρος Γρηγοράς, οι Δημήτριος και Πρόχωρος Κυδώνης, ο Μανουήλ Ολόβωλος, ο Γρηγόριος Ακίνδυνος, ο Θεοφάνης Νικαίας, ο Μανουήλ Καλέκας κι οι Ανδρέας και Μάξιμος Χρυσοβέργης.
Παράλληλα προς τη Βυζαντινή Φιλοσοφία και σε αλληλεπίδραση μαζί της, άνθησε κι η Αραβική Μεσαιωνική Σκέψη. Επηρεασμένος από το ύφος του Δαμασκηνού υπήρξε ο Θεόδωρος Αμπού Κουράχ, Χριστιανός, Άραβας Θεολόγος του 8ου αι., που ήταν Επίσκοπος στο Χαρράν, όπου κατέφυγαν οι εξόριστοι Νεοπλατωνικοί επί Ιουστινιανού. Ο Γιαμπίρ Ιμπν Χαγιάν, που γεννήθηκε στον 8ον αι., γνωστός στη Δύση ως Γκέμπερ, θεωρούσε ότι ακολουθεί Ελληνική Παράδοση, συμπεριλαμβανομένου του Πλωτίνου και των Μαθητών του. Ο Σύρος Ιμπν Ισχάκ έζησε στον 9ον αι. στην Αλεξάνδρεια κι υπήρξε ο Πατέρας του Αραβικού Κινήματος μεταφράσεως Νεοπλατωνικών κειμένων. Οι Εννεάδες ήταν γνωστές στον Αραβικό Κόσμο μέσα από παραφράσεις τους, όπως την Θεολογία του Αριστοτέλη, την οποία χρησιμοποίησε διστακτικά ο πολυμαθής Αλ-Κίντι. Μαθητές του υπήρξαν ο Γεωγράφος και Ψυχολόγος Αμπού-Ζαίντ Μπαλκί κι ο Αλ Αμίρι, ενώ κι ο Πέρσης Ιατρός Ζακαρίγια Άλ-Ραζί επηρεάστηκε από τα Φιλοσοφικά Ρεύματα της Ύστερης Αρχαιότητας. Ο πιό γνωστός Εκπρόσωπος της Σχολή της Βαγδάτης υπήρξε ο Αλ-Φαράμπι, εμπνευσμένος από τους Νεοπλατωνικούς Σχολιαστές της Αλεξάνδρειας. Άλλοι Άραβες Φιλόσοφοι, της ίδιας Σχολής, υπήρξαν ο Νεστοριανός Αμπού Μπισρ Ματτά, ο Γιαχία Ιμπν Άντι, ο Ίμπν Αλ Ταγίμπ κι ο Σεβήρος Ιμπν αλ-Μουκαφφά. Ο Ιμπν Μισκαγιαιχ ανέμιξε Νεοπλατωνικά στοιχεία με τον Μασδαϊσμό, ενώ Κοσμολογικά και Μεταφυσικά στοιχεία του Πλωτίνου και του Πρόκλου συναντώνται στο έργο του Αμπού Γιακούμπ Άλ Σιγιστανί. Ο Αμπού Γαγιαν Αλ Ταουίντι χρησιμοποίησε τις Νεοπλατωνικές Υποστάσεις και συνέβαλε στην ίδρυση της Αδελφότητας της Ειλικρίνειας, μία Θρησκευτική Οργάνωση κατά τον πρότυπο των Αρχαιοελληνικών Σχολών, βασισμένη σε πολλά Νεοπλατωνικά διδάγματα. Ο Ιμπν Σίνα, γνωστός ως Αβικένας, δέχτηκε τη Νεοπλατωνική Θεωρία της Απορροής από το Εν του κόσμου ως άπειρη πίσω στον Χρόνο, την Απορροή δέχτηκε κι ο Αλ-Κιρμανί, στο έργο του οποίου όμως η Δυάδα του Νου και της Ψυχής υποκαθίστανται από 10 διαφορετικούς Νόες. Η Νεοπλατωνική Κίνηση της Απορροής, από την 1η Αρχή κι η επιστροφή σε αυτήν, αποτέλεσε το θεμέλιο της Κοσμολογίας και Μεταφυσικής του Νασιρ Κουσράου στον 11ον αι. Στον ίδιο αιώνα κι ο Δικαστής Σαρακσί διακρίθηκε γιά την τεράστια μνήμη του, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν Νεοπλατωνικά κείμενα. Ο Αλ-Γκαζαλί αντιπαρατέθηκε στον Νεοπλατωνισμό, θεωρώντας ότι η Δημιουργία του Κόσμου έγινε εν χρόνω, αλλά ήταν Οπαδός της Περιπτωσιαρχίας -της Θεωρίας της επέμβασης του Θεού σε κάθε Πράξη-, όπως ο Πλωτίνος έλεγε ότι οι άνθρωποι είναι μαριονέτες των Θεών. Έναν αιώνα αργότερα ο Ιμπν-Ρουσντ ή Αβερρόης συνέχισε την επίθεση, αμφισβητώντας την Υπερβατικότητα του Νου και της Ψυχής. Ο Αλ-Ραζί προσπάθησε να υπερασπιστεί το Δόγμα της Απορροής της Πολλαπλότητας εκ του Ενός, αφού στην περίπτωση της παραγωγής μόνο ενός Όντος, όπως πρέσβευε ο Αβικένας, υπονομεύεται η ύπαρξη της Παντοδυναμίας και του Απείρου του Θεού. Ο ιρανός σούφι Σαχάμπ αλ ντιν Σουχραβαρντί (1155-1191) ίδρυσε τη Φιλοσοφία της Φώτισης ή της Ανατολικής Θεοσοφίας, στηριγμένη στην θέα του Εσωτερικού Φωτός, σύμφωνα προς τη Μυστική Φιλοσοφία του Πλωτίνου, που ακολούθησαν ο Κοτμπ αλ-ντιν Σιραζί (1236-1311) κι ο Ναγιμουντιν Κούμπρα. Οπαδός της Θεοσοφίας ήταν κι ο Ανδαλουσιανός σούφι Ιμπν Αραμπί κι ο Μαθητής του Σαντρουντίν αλ-Κουνάουι. Στον 13ον αι. ο Πέρσης Ναζίρ αλ-ντιν αλ Τουσί από το Χορασάν θεώρησε σκόπιμο ν' απαντήσει στην κριτική του Αλ-Ραζί στη Θεωρία του Αβικέννα περί Απορροής, υποστηρίζοντας ότι εφόσον καθετί που γεννάται από το Εν είναι αναγκαστικά κατώτερό του, δεν έχει νόημα να μιλάμε γιά πολλαπλότητα, αφού όλα καταλήγουν στη συγκρότηση μίας μόνο Σχέσης προς το Εν. Πολύ αργότερα, κατά τον 17ον αι., ο Μούλα Σάντρα, Μιρ Νταμάζ κι ο Καντί Σαίντ Κουμμί συνεχίζουν ν' ακολουθούν τα ίχνη του Νεοπλατωνισμού.
Πατέρας του Μεσαιωνικού Ιουδαϊκού Νεοπλατωνικού Μυστικισμού είναι ο Ισαάκ Ισραέλι μπεν Σόλομον (832-932). Στον 11ον αι. ο Εβραίος Ποιητής Σολομών Ιμπν Γκαμπιρολ, γνωστός στη Δύση ως Αβικεμπρών ή Αβισεμπρών, γεννημένος στην Μάλαγα της Ισπανίας, επηρεάστηκε από τον Ενοθεισμό και τη Θεωρία της Νοητής Ύλης του Πλωτίνου. Ο Αβραάμ Ιμπν Ντώντ εναντιώθηκε στη Νεοπλατωνική τάση του Γκαμπιρόλ, αποδίδοντας τα πρωτεία στη Λογική, αν και θεωρούσε τη Θρησκεία ανώτερη της Φιλοσοφίας. Ποιητής και Φιλόσοφος υπήρξε ο Μωυσής Ιμπν Έζρα, που συνέλαβε κι αυτός την Πραγματικότητα ως ενιαία και τον Άνθρωπο ως πεπερασμένο Μικρόκοσμο που αδυνατεί να κατανοήσει το θείο, εκτός κι εάν απελευθερωθεί από τις Αισθήσεις. Λίγο αργότερα ο Μαιμονίδης χρησιμοποίησε έντονα Αρεοπαγιτική αποφατική γλώσσα. Ο λίγο γνωστός Ιμπν Φαλακέρα υπήρξε ερμηνευτής του Γκαμπιρόλ. Στο δεύτερο μισό του 13ου αι. ο Ισπανός Ραβίνος Μωυσής του Λεόν, θεωρείται ο διαφιλονικούμενος Συγγραφέας του Ζοχάρ (Το Βιβλίο της Λαμπρότητας), ενώ, γιά ένα άλλο Μυστικό βιβλίο, το Μπαχίρ, θεωρείται πάλι χωρίς βεβαιότητα Συγγραφέας ο Ισαάκ ο Τυφλός. Τα δυό αυτά κείμενα, που ανήκουν στην Παράδοση της Καββαλά, πιστεύονταν τότε ότι γράφτηκαν πολύ παλιότερα (στον 3ον αι. το Ζοχάρ και στον 1ον αι. το Μπαχίρ). Στην ίδια εποχή, ο Αζριέλ της Γκερόνα υπήρξε Μυστικός και Διδάσκαλος της Καββαλιστικής Κοινότητας των Ναχμανιδών, υιοθετώντας την πρωτότυπη Νεοπλατωνική άποψη ότι η πρώτη Απορροή από τον Θεό είναι η Θεϊκή Βούληση. Από την Γκερόνα κατάγονταν κι ο Ιακώβ μπεν Σεσετ Γκεροντί -κι αυτός Καββαλιστής-. Ο Ισαάκ Αλμπαλάγκ, στον 13ον αι., υπήρξε Αβερροιστής, σχολιαστής του Αλ-Γκαζαλί, Οπαδός της Γκεμάτρια (της Αριθμοσοφίας), Πρώιμος Καββαλιστής. Στην Εβραϊκή Καββαλά, γενικώς, χρησιμοποιήθηκε Νεοπλατωνική γλώσσα γιά την έκφραση του Αρρήτου. Ταλμουδιστής (Οπαδός και Σχολιαστής του Ταλμούδ, μίας τεράστιας συλλογής μεσαιωνικών κειμένων που συμπληρώνουν την Ιουδαϊκή Βίβλο) κι Επιστήμονας ήταν ο Λεβύ μπεν Γκέρσον ή Γκερσονίδης, που ακολούθησε τα βήματα των αρχαίων Νεοπλατωνικών, αν και διαφοροποιείται ως προς αυτούς σε αρκετά σημεία. Ο Μωυσής μπεν Γιόσουα ή Ναρμπονί στον 14ον αι. εστίασε στον Νεοπλατωνικό Νου. Ο Ισαάκ Αμπραβαμέλ στον 15ος αι. υπήρξε Εβραίος Πορτογάλος Πολιτικός, που επηρεάστηκε από τον Ουμανισμό της Αναγέννησης, ο οποίος διεπόταν από τη Νεοπλατωνική Σοφία, όπως ο Γιοχανάν Αλεμάννο κι ο Διδάσκαλός του Ιούδας Μεσσέρ Λεόν. Στην ίδια εποχή έζησε κι ο Καστιλιάνος Ιωσήφ Μπεν Σεμ Τοβ Ιμπν Σεμ Τοβ, που προσπάθησε ν' απαντήσει στο παλιό Νεοπλατωνικό Αίτημα της Συμφιλίωσης Θρησκείας και Φιλοσοφίας. Βυζαντινός Νεοπλατωνικός Εβραίος από την Κρήτη ήταν ο Ηλίας Ντελμεντίγκο, Αβερροιστής, που θεωρούσε εαυτόν Μαθητή του Μαιμονίδη. Ο 16ος αι. συνεχίζει να είναι μιά εποχή Μυστικών Αναζητήσεων, με τους Μωυσή Μπεν Ιακώβ Κορντοβέρο, τον Ισαάκ Λούρια (δημιουργό της Λουριανής Καββαλά). Ο Πορτογάλος Αβραάμ Κοεν ντε Χερρέρα, συνέθεσε τον Ιουδαϊσμό του Αμπραβανέλ και τη Λουριανική Καββαλά, πεθαίνοντας το 1635, 3 χρόνια αφότου γεννήθηκε ο Μπαρούχ Σπινόζα, που ερμήνευσε Καββαλιστικά και Νεοπλατωνικά την ταύτιση Θείου και Φύσης. Στον 18ον αι. ο Ιταλός Ραββίνος Μοσέ Λουζάτο ερμήνευσε γιά μιά ακόμη φορά καββαλιστικά τον Πλωτίνο.
Στον Δυτικό Μεσαίωνα το έργο του Σκώτου Εριγένη, De Divisione Naturae, του 9ου αι. επηρεάζει τον τρόπο σκέψης των Χριστιανών του Μεσαίωνα. Ο Άνσελμος του Καντέρμπουρυ συνδύασε τον Νεοπλατωνισμό με τον Αριστοτελισμό, ενώ στον 11ον αι. ο Πέτρος Αβελάρδος αντιπαρατέθηκε στον Πλατωνικό Ρεαλισμό. Με τον αββά Σούγκερ της Μονής του Αγίου Διονυσίου, Προστάτη της εφαρμογής του Γοτθικού Ρυθμού στην Αρχιτεκτονική και στη βάση της σύγχυσης που υπήρχε τότε ανάμεσα στον Μάρτυρα Διονύσιο και στον Ψευδο-Διονύσιο, γράφτηκε από τον Τεχνοκριτικό Έρβιν Πανόφσκυ ότι ο Γοτθικός Ρυθμός είναι απόρροια της Ιδέας της Αναγωγής στο Υπέρτατο Εν, όπως υποστηρίζουν οι Νεοπλατωνικοί. Η Σχολή της Σαρτρ, με τους Βερνάρδο της Σαρτρ, τον Τιερύ της Σαρτρ, τον Γκιλμπερτ ντε Πορέ, του Ουίλιαμ ντε Κόνς και τον Ιωάννη του Σαλίσμπουρυ, δείχνει μία καταφανή προτίμηση στα Νεοπλατωνικά κείμενα παρά στον Αριστοτέλη. Επηρεασμένος από τη Σχολή υπήρξε κι ο Αλαιν της Λιλ. Στις περιπτώσεις του Ισαάκ ντε Στελα ή του Άλχερ του Κλαιρβώ και του Ριχάρδου του Σαν Βικτόρ, η γνώση του Νεοπατωνισμού διαμεσολαβείται από τα γραπτά του Ιερού Αυγουστίνου. Στη Φραγκισκανή Σχολή του Παρισιού η Αρχαία Φιλοσοφία μελετήθηκε μέσω του Αβερρόη και του Αβικένα. Εκπρόσωποί της υπήρξαν οι Αλέξανδρος της Χαλ, Ιωάννης λα Ροσελ, ο Άγιος Μποναβεντούρα, ο Βάλτερ της Μπρύγκ, ο Ουίλιαμ ντε λα Μαρ κι ο Ματθαίος της Ακουασπάρτα. Αν και με τον Θωμά τον Ακινάτη ο Αριστοτελισμός υπήρξε κυρίαρχος, με τον Ανρί της Γκέντ και πάλι το βάρος πέφτει στον Αυγουστίνιο Νεοπλατωνισμό. Πολύ σημαντικός μεταφραστής κι ερμηνευτής του Πρόκλου υπήρξε επίσης ο Ουίλιαμ του Μόρμπεκε. Η Φραγκισκανή Σχολή της Οξφόρδης με διαπρέψαντες τους Ρομπέρτο Γκροσετέστε, τον Θωμά του Γιόρκ, τον Ρογήρο Βάκωνα, τον Ιωάννη Πέκχαμ, τον Ριχάρδο του Μίντλετάουν, τον Ιωάννη Ντουνς Σκότους και τον Γουλιέλμο Όκκαμ, αν κι εφάρμοζε την Αριστοτελική Συλλογιστική, αποδεχόταν το Λογικό Σχήμα της μετάβασης από τα Γένη στα Είδη κι αντίστροφα του Νεοπλατωνισμού. Αλλά κι οι Δομινικανοί Αλβέρτος ο Μέγας κι ο Μαθητής του Θωμάς Ακινάτης, αν κι αυτοί Αριστοτελικοί Σχολαστικοί, επέδειξαν συμπάθεια στα Νεοπλατωνικά Δόγματα. Στην εποχή τους το Νεοπλατωνικό έργο Liber de Causis θεωρούνταν ως Αριστοτελικό. Με βάση τις Ιδέες του Αλβέρτου, ο Ουίλιαμ του Μόουσμπουργκ συνέγραψε σχόλια στο έργο του Πρόκλου. Στο τέλος του Μεσαίωνα ο Καταλανός πολυμαθής Ραυμόνδο Λουλ, εμπνεύστηκε από το Σύστημα του Ψευδο-Διονυσίου, του Σκώτου Εριγένη και τον Νεοπλατωνικό Μυστικισμό.
Ιδιαίτερα στον 15ον αι. μ.Χ. με τον Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα ο Νεοπλατωνισμός θα γνωρίσει μιά αναγέννηση, όπως κι εν γένει τα Γράμματα στα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μαθητές του Πλήθωνα υπήρξαν οι ξενιτεμένοι Λόγιοι Μανουήλ Χρυσολωράς κι ο μετέπειτα Καρδινάλιος της Καθολικής Εκκλησίας, Βησσαρίων, ενώ Υπέρμαχός του ήταν κι ο Μιχαήλ Αποστόλης από την Κρήτη. Βυζαντινοί Λόγιοι, που στην διαμάχη Πλατωνισμού-Αριστοτελισμού της Περιόδου πήραν το μέρος του Αριστοτέλη, ήταν ο Γεώργιος Τραπεζούντιος κι ο Γεώργιος Σχολάριος, προσωπικός αντίπαλος του Πλήθωνα και πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση, ο Θεόδωρος Γαζής, ο Ανδρόνικος Κάλλιστος κι ο Ματθαίος Καμαριώτης. Τον 16ο αιώνα, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, θα σημειώθηκε στη Νεοελληνική Φιλοσοφία μία στροφή προς τον Νεοαριστοτελισμό.
Στον Ύστερο Μεσαίωνα, εκτός από την άνθηση του Σχολαστικισμού, ο Ποιητής Ντάντε Αλιγκέρι εφάρμοσε το Νεοπλατωνικό Σχήμα στη δόμηση του ποιητικού του έργου. Ο Πετράρχης είχε στην κατοχή του Νεοπλατωνικά κείμενα στα Λατινικά, εφαρμόζοντας Νεοπλατωνικές Αρχές στο έργο του, που δεν είναι μόνο Λογοτεχνικό. Η Ιταλική Αναγέννηση μετάφρασε τα κείμενα του Νεοπλατωνισμού και τα χρησιμοποίησε γιά λογαριασμό της. Έτσι, ο Μαρσίλιο Φιτσίνο, ο Νικόλαος Κουζάνο κι ο Πίκο ντε λα Μιραντόλα θα επηρεάστηκαν στη Φιλοσοφία τους από το Νεοπλατωνισμό, δημιουργώντας μία νέα Σχολή Σκέψης. Ήδη Καλλιτέχνες, όπως ο Μιχαήλ Άγγελος, ενστερνίστηκαν τις Νεοπλατωνικές Αισθητικές Ιδέες. Ο Ιωάννης Κολέτ μετέφερε το Αναγεννησιακό Νεοπλατωνισμό στην Αγγλία, επηρεάζοντας και τον Τόμας Μουρ, τον Άγγλο Συγγραφέα της Ουτοπίας κι ο Τομάζο Καμπανέλλα, άλλος Ουτοπιστής Συγγραφέας, είχε πρόσβαση στις Εννεάδες μέσω Λατινικών μεταφράσεων. Ο Φραντσέσκο Πατρίτζι κι ο Φρανσέσκο ντε Βιέρι, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα Ιταλών Λογίων που εντάσσονται στη Βυζαντινή Διαμάχη Αριστοτελισμού και Πλατωνισμού, υπερασπίζοντας τον Πλάτωνα. Συνάμα με τα Εβραιολογικά και Καββαλιστικά του ενδιαφέροντα, ο Γιόχαν Ρόυχλιν, γνώριζε τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς και μαζί με τον Ντεζιντέριο Έρασμο, ήταν σε μεγάλο βαθμό Οπαδοί ενός Νεοπλατωνικού Ουμανισμού. Η Νεοπλατωνική Αρχή περί της άμεσης σχέσης Ανθρώπου και Θείου, προσιδιάζει στον Προτεσταντισμό του Μαρτίνου Λούθηρου και του Φιλίππου Μελάχθωνα, γιά την πηγή της οποίας ήταν ενήμεροι. Με την χρήση Απόκρυφων Νεοπλατωνικών Όρων, κυρίως από τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς, εκτός των άλλων, ο Χάινριχ Κορνήλιους Αγγρίπα φον Νέτεσχάιμ δημιούργησε ένα ολόκληρο Σύστημα Μαγείας κι Απόκρυφων Τεχνών. Την ίδια Εποχή, ο πιό γνωστός ήταν ο Παράκελσος, που απογοητευμένος από την Αριστοτελική τάση της εποχής του, στράφηκε στο Νεοπλατωνισμό. Ο Τζιορντάνο Μπρουνο, παρουσίασε πολλές Νεοπλατωνικές Ιδέες με νέο τρόπο, μη διστάζοντας να τις μεταμορφώσει ριζικά. Την Αναγεννησιακή Κληρονομιά του Νεοπλατωνισμού έφεραν στην Ελισαβετιανή Αγγλία ο Αποκρυφιστής Τζον Ντη κι ο σύγχρονός του Ποιητής Έντμουντ Σπένσερ. Ο Ρόμπερτ Φλάντ υπήρξε ένας από τους τελευταίους Μάγους της Αναγέννησης που ακολούθησε τη Νεοπλατωνική Σκέψη. Ακόμη και στο επιστημονικό πεδίο, ο Ηλιοκεντρισμός του Κοπέρνικου, είναι μία κατά γράμμα κατανόηση της σύγκρισης του Ενός προς τον Ήλιο, κοινή στα Νεοπλατωνικά κείμενα.
Ο Νεοπλατωνισμός έμεινε γνωστός κυρίως γιά το Μυστικό Ρεύμα Σκέψης που διέδωσε. Ο Υστερομεσαιωνικός Χριστιανικός Μυστικισμός των Γερμανών Μάιστερ Έκχαρτ, Χένρυ Σούσο, Γιοχάννες Τάουλερ, του Φλαμανδού Ιωάννη Ρύσμπρεκ, των Άγγλων Τζούλιαν Νόρβιτς, Ρίτσαρντ Ρωλ και Βάλτερ Χίλτον και του Γάλλου Ζαν Γκερσόν (είχε προηγηθεί ο Ούγος του Σαιν Βικτώρ) και της Αγίας Τερέζας της Αβίλα, εμπνέεται από παρόμοια μυστική ζέση, όπως του Ισπανού Μυστικού του 16ου αι. που έμεινε γνωστός με το όνομα Ιωάννης του Σταυρού. Η Μυστική αυτή όψη του Νεοπλατωνισμού επηρέασε ολοφάνερα τον Θεοσοφιστή Γιάκομπ Μπαίμε, το Κίνημα του Ροδοσταυρισμού και τον Χριστιανικό Καββαλισμό, όπως και τον πολυπράγμωνα Ιησουίτη Αθανάσιο Κίρχερ στον αιώνα του Μπαρόκ.
Τη σκυτάλη πήραν οι Πλατωνιστές του Καίμπριτς τον 17ον αι., Μπένζαμιν Γουίτσκοτ, Χένρυ Μορ, Ράλφ Κάντγουορθ, Πήτερ Στέρρυ, Τζον Σμιθ, Ναθάνιελ Κάλβεργουελ, Αν Κόνγουευ και Τζον Νόρρις, που ενσωμάτωσαν στο έργο τους Νεοπλατωνικές Ιδέες. Σε αυτόν τον αιώνα, πριν τη διάδοση των ιδεών του Διαφωτισμού, ένας Νεοπλατωνικού τύπου Μονισμός κι Ενισμός χαρακτηρίζει το έργο του Νικολά Μαλεμπράνς. Ο Ποιητής Χένρυ Βώγκαν στον ίδιον αιώνα, γράφει Νεοπλατωνικά ποιήματα, όπως ο Τζον Ντον κι ο Τόμας Τράχερν. Στις απαρχές του Διαφωτισμού, κύριος Μυστικός Χριστιανός που οραματίζεται έναν ολόκληρο κόσμο Θαυμάτων μακριά από τη γη, είναι ο Εμάνουελ Σβέντεμποργκ. Στη συνέχεια ο Φρήντριχ Ντάνιελ Έρνστ Σλάγιερμάχερ κι ο Μαθητής του, Ώγκουστ Νεάντερ (που έγραψε μία μελέτη γιά τον Ιουλιανό τον Παραβάτη), αν και έζησαν σε μία περίοδο όπου η Μυστική Θέα του Ενός και του Κόσμου είχε παραμεριστεί, προσπάθησαν να την εντάξουν στο ερμηνευτικό έργο τους. Αργότερα, με τον Τόμας Ταίηλορ (1758-1835), θα γίνει μία προσπάθεια μετάφρασης όλων των έργων του Πλάτωνα, του Πλωτίνου, του Πρόκλου κι άλλων στην Αγγλική γλώσσα. Το έργο του Ταίηλορ θα επηρεάσει τους Ποιητές Γουίλιαμ Μπλαίηκ, Πέρσυ Μπυς Σέλλευ, Γιόχαν Βόλφανγκ Γκαίτε, Γουίλιαμ Γουόρτσγουορθ κι άλλους, όπως τον Αμερικανό Ράλφ Ουάλντο Έμερσον, τον Λόρδο Τέννυσον και τον Βικτωριανό Δραματουργό Ρόμπερτ Μπράουνινγκ. Στην ανατολική Ευρώπη, ο Πολωνός Ανταμ Μικίεβιτς χρησιμοποιεί το Νεοπλατωνισμό στη Ρομαντική ποίησή του. Ο Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντρηχ Χέγκελ, ο Ποιητής Φρήντριχ Σίλλερ κι ο Φιλόσοφος Φρήντριχ Σέλλινγκ επηρεάστηκαν γόνιμα από τη Νεοπλατωνική Διδασκαλία. Εκείνη την εποχή, αν και δεν είχαν καλά κριτικά κείμενα, ισορροπούσαν αυτήν τους την έλλειψη με φωτεινές παρατηρήσεις. Οι Γερμανοί κι οι Γάλλοι Νεοπλατωνιστές μέσα από την έκρηξη του Θετικισμού του 19ου αι. προσπάθησαν ν' αποδώσουν πιό πιστά το κλίμα της εποχής της δημιουργίας των Νεοπλατωνικών κειμένων. Στο τέλος του αιώνα και στις αρχές του 20ου διαδώθηκε και το Θεοσοφικό Κίνημα (οι όροι Θεοσοφία και Θεόσοφος χρησιμοποιούνται από τον Πορφύριο και τον Ιάμβλιχο) με κύριους Εκπροσώπους την Έλενα Πέτροβα Μπλαβάτσκυ και τον Ρούντολφ Στάινερ, που ανανέωσε μία σειρά από αρχαία Νεοπλατωνικά Διδάγματα, τα οποία ανέμιξε με άλλες πνευματικές Δυτικές κι Ανατολικές Παραδόσεις. Έκτοτε, τον 20ον αι., η μελέτη του Νεοπλατωνισμού συνεχίζεται με μεγάλη καθυστέρηση. Πολλοί Λογοτέχνες αισθάνονταν περισσότερο οικείο το Φιλοσοφικό αυτό Ρεύμα, από το οποίο εμπνέονται, όπως ο Νομπελίστας Ποιητής Ουίλιαμ Μπάτλερ Γαίητς κι ο Έζρα Πάουντ. Ο Αλμπέρ Καμύ ή Συγγραφείς λογοτεχνικών έργων, όπως ο Κλάιβ Λιούις, ο Τσάρλς Γουίλιαμς κι ο γνωστότερος Τζον Ρόναλντ Ρούελ Τόλκιν, επηρεάστηκαν από μία μορφή Νεοπλατωνισμού. Η μεγάλη άνθηση των Νεοπλατωνικών Σπουδών συνέβη τα τελευταία 30 και περισσότερα χρόνια, όταν έγινε προσπάθεια να συνδεθεί ο Νεοπλατωνισμός π.χ. με τον Τσάρλς Πήρς, τον Άλφρεντ Νόρντ Γουάιντχεντ, τη Φιλοσοφία του Σανταγιάνα, με κάποιες θέσεις του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, τον Θεολογικό πΠοβληματισμό του Πωλ Τίλλιχ, τον Κάρλ Γιάσπερς και με τη Μετα-νεωτερική σκέψη του Ζακ Ντεριντά, τον Περσοναλιστικό Υπαρξισμό του Εμμανουήλ Λεβινάς, την Αισθητική Θεωρία του Μάρτιν Χάιντεγγερ. Στις αρχές του 20ου αι., επιρροή από το Νεοπλατωνισμό δέχτηκε o Ανρί Μπερκσόν και γενικά υπήρχε ένα ρεύμα Γαλλικού Νεοπλατωνισμού με τον Ρενέ Αρνού, Μωρίς Μπλωντέλ, Εμίλ Μπρεγιέ, Ζαν Τρουγιάρντ, Αντρέ Ζαν Φεστουζιέρ, Ζαν Ντανιέλου, Ανρί ντε Λουμπάκ, Πιέρ Αντό (Μαθητής του Πιερ Κουρσέλ), Ζαν Λύκ Μαριόν κι άλλους (όχι μόνο από την ηπειρωτική Γαλλία αλλά και στον Καναδά, όπου ξεχώρίζε ο Ζαν Μαρκ Ναρμπόν, Μαθητής του Ζαν Πεπέν και του Ζωρζ Λερού). Αγγλοσάξονες πρωτοπόροι που συνέβαλλαν στη μελέτη του Νεοπλατωνισμού στον 20ον αιώνα υπήρξαν ο Στέφεν Μακέννα, Γουίλιαμ Ράλφ Ίνγκ, ο Έρικ Ρόμπερτσον Ντόντς κι ο Άρθουρ Χίλαρυ Άρμστρονγκ, ο οποίος γιά ένα διάστημα έδινε Διαλέξεις στον ίδιο Κύκλο με τον Καρλ Γιούνγκ (η έννοια του Συλλογικού Ασυνειδήτου αντιστοιχεί στη Νεοπλατωνική Υπόσταση της Ψυχής). Ο Μισέλ Φουκώ χρησιμοποίησε Όρους της Φιλοσοφίας του Πλωτίνου, στην Ύστερη Περίοδο της Ερμηνευτικής του Υποκειμένου. Σημαντικός σταθμός γιά τη σημασία του Κινήματος στην Ιστορία των Ιδεών υπήρξε η υποδειγματική ανάλυση του Άρθουρ Λάβτζόυ.
Στη Γερμανία ανανέωση στις Νεοπλατωνικές Σπουδές έφερε ο Βέρνερ Μπάιερβάλτες, καθώς τις συνέδεσε με τον Γερμανικό Ιδεαλισμό. Ο Χάινριχ Ντέρυ, ο Ρίχαρντ Χάρντερ, ο Ρόμπερτ Μπόιτλερ κι ο Βίλυ Τάιλερ συνέγραψαν Μελέτες κι εξέδωσαν Νεοπλατωνικά κείμενα, όπως κι ο νεώτερος Κλέμενς Τσίντσεν. Σύγχρονοι Θεολόγοι που μελέτησαν πτυχές του Χριστιανικού Νεοπλατωνισμού υπήρξαν ο Νεορθόδοξος Ρώσος Βλαντιμίρ Λόσκυ, ο Χάνς Ούρς φον Μπαλτάσαρ, ο Κάρλ Ράχνερ. Ιδιαίτερη απήχηση είχαν οι Ιδέες του Κινήματος στη Θωμιστική Αναγέννηση της Καθολικής Εκκλησίας του 20ου αι. Ανάμεσα στους Καθολικούς Νεοπλατωνικούς συγκαταλέγονται ο Ζακ Μαριταίν κι ο Γιόζεφ Πίπερ. Ο Τζιν Γκέμπσερ ακολούθησε τα ίχνη του Κινήματος, εφόσον η Θεωρία της Εξέλιξης της Συνείδησης, που υποστήριξε, νοηθεί ως εφαρμογή του Νεοπλατωνικού Σχήματος Πρόοδος-Στάση-Επιστροφή.
Στην Τσαρική Ρωσία έζησε ο Βλαντιμίρ Σολόβιεφ (1853-1900), που δέχτηκε την Παγανιστική Νεοπλατωνική επιρροή. Αργότερα, ο Νικολάι Λόσκυ, που πέθανε το 1965, υπήρξε Οπαδός του Πλωτινικού Ιδεαλισμού. Στη Σοβιετική Ένωση οι συνθήκες στάθηκαν απαγορευτικές γιά την ευδοκίμηση Ιδεαλιστικών Φιλοσοφιών. Είναι λοιπόν αξιοπρόσεχτο ότι έζησε και δημιούργησε ο Ρώσος Νεοπλατωνικός Φιλόσοφος Αλεξέι Φεντόροβιτς Λόσεφ. Από τη Ρωσία ξεκίνησε κι ο Έλληνας Αποκρυφιστής Γεώργιος Γκιουρτζίεφ κι ο Συνεργάτης του Πήτερ Ουσπένσκυ. Στην Ιταλία του 19ου αι. ο Ποιητής και Φιλόσοφος Τζάκομο Λεοπάρντι συνέγραψε έναν Νεοπλατωνικό Διάλογο. Στον 20ον αι. ο Τομάσο Παλαμιντέσι ίδρυσε την Αρχαιοσοφική Εταιρεία. Οι σύγχρονοι Ινδοί Φιλόσοφοι, όπως ο Σρι Αουρομπίνο, εξέφρασαν μιά Εμπειρική Φιλοσοφική άποψη, που παραπέμπει στον Παγανιστικό Μυστικισμό. Εδώ αναφέρονται επίσης οι Συγκριτικές Έρευνες γιά τη σχέση του Νεοπλατωνισμού με άλλες Θρησκείες, όπως τον Βουδισμό, τον Ινδουισμό κ.λ.π.
Πάμπολλοι είναι οι σημερινοί Μελετητές του Νεοπλατωνισμού, συντονιστικό όργανο των οποίων αποτελεί η Διεθνής Εταιρεία Νεοπλατωνικών Σπουδών (ISNS). Γνωστοί είναι οι Ρίτσαρντ Γουάλις, Τζον Ο’ Μιάρα, Ντομινίκ Ο’ Μιάρα, Ντενις Ομπράιεν, Τζον Ντίλον, Άντριου Σμίθ και Κέβιν Κόργκαν. Ο Τζον Γουίτακερ έζησε στην Βόρειο Αμερική, όπως οι πιό πρόσφατοι Φρέντερικ Σρέντερ, Λόυντ Γκέρσον, Γκρέγκορυ Σω, Τζον Φάιναμορ, στο Λονδίνο ο Ρίτσαρντ Σόραμπσι κι ο Λουκάς Σιορβάνες. Ο Χένρυ Μπλούμενταλ, ο Κάρλος Στιλ κι ο Κρίστιαν Βίλντεμπεργκ, συνέγραψαν αξιοσημείωτα έργα, όπως ο Ισλανδός Έιγιολφουρ Έμιλσον κι η Ιταλίδα Μαρία Λουίζα Γκάτι. Η Άνν Σέπαρντ κι η Σάρα Ρέιπ ασχολήθηκαν με ιδιαίτερη επιτυχία με την έρευνα του πεδίου, όπως κι ο πολυγραφότατος Τζον Ρίστ. Ο Νεορθόδοξος Μελετητής Έντουαρντ Μουρ από την Βόρειο Αμερική συνδύασε στοχαστικά τη Βυζαντινή Φιλοσοφία με το Νεοπλατωνισμό. Στην Γαλλία ο Λυκ Μπρισσόν ολοκλήρωσε σχεδόν μία συνολική έκδοση του έργου του Πλωτίνου με νέα Γαλλική μετάφραση. Το κριτικό κείμενο των Εννεάδων εξέδωσαν στον 20ον αι. οι Πωλ Ανρί και Χάνς Ρούντολφ Σβάιτσερ. Ο Ντομινίκ Σάφρευ κι ο Λύντερντ Γουέστερνινκ συνέβαλαν στην έκδοση έργων του Πρόκλου. Ο Ισπανός Χεσούς Ιγκάλ εξέδωσε τις Εννεάδες με μετάφραση στη γλώσσα του, όπως κι ο Βινσένσο Σιλέντο στα Ιταλικά. Ο Άλγις Ουσνταβίνις συνέθεσε Μελέτες γιά τον Παγανιστικό Νεοπλατωνισμό ιδιαίτερης πνευματικότητας.
Στη Νεώτερη Ελλάδα ο Γεώργιος Βιζυηνός στον 19ον αι. έγραψε μία Διατριβή γιά τον Πλωτίνο. Ο Ιωάννης Λογοθέτης το 1922 συνέγραψε μία Μονογραφία γιά την Πλωτινική Ψυχολογία, ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, εκτός της Γερμανικής Διατριβής του για τον Πλωτίνο, δημοσίευσε ένα έργο όπου συγκρίνει τους Πλάτωνα-Ωριγένη-Πλωτίνο. Οι Ποιητικές Ιεραρχίες του Νίκου Καζαντζάκη απηχούν τον Νεοπλατωνικό τρόπο σκέψης. Ο Ακαδημαϊκός Ευάγγελος Μουτσόπουλος κι οι Μαθητές του (Άννα Κελεσίδου-Γαλανού, Ανδρέας Μάνος κ.α.) πλούτισαν με πάμπολλες Μελέτες την Ελληνική και ξένη Βιβλιογραφία γιά τον Νεοπλατωνισμό. Σημαντική είναι κι η συμβολή της Νικολίτσας Γεωργοπούλου, του Γρηγόρη Κωσταρά και των Μαθητών τους. Εκτός της Εγελιανής επιρροής, μέσω του Εμίλ Μπρεγιέ, στον Μελετητή της Βυζαντινής Φιλοσοφίας Βασίλειο Τατάκη, θεμελιώδης είναι η Μελέτη του Νεοπλατωνισμού στη Βυζαντινή Φιλοσοφία από τον Λίνο Μπενάκη. Εκτός από τις επιμέρους Μελέτες του γιά την πρόσληψη του Νεοπλατωνισμού στο Βυζάντιο, συντόνισε μία σειρά έκδοσης δυσεύρετων κειμένων Βυζαντινών Φιλοσόφων, που φώτισαν άγνωστες αλλά γόνιμες όψεις της Ιστορίας του Νεοπλατωνισμού, παράλληλα έδωσε κριτικές κι ερμηνευτικές εκδόσεις ο ίδιος ενός κειμένου του Μιχαήλ Ψελλού και του Προτρεπτικού του Ιαμβλίχου. Ο σύγχρονος πολυγραφότατος Μελετητής του Πλωτίνου Παύλος Καλλιγάς, εκτός των διάφορων Μελετών του, εδώ και δύο δεκαετίες προσπαθεί να ολοκληρώσει μία κριτική και σχολιασμένη έκδοση του συνολικού έργου του Πλωτίνου (έχει εκδώσει ήδη το Περί Πλωτίνου Βίου του Πορφύριου και σε ξεχωριστούς τόμους τις 5 πρώτες Εννεάδες). Η Πολύμνια Αθανασιάδη έδωσε μιά εμπεριστατωμένη βιογραφία του Ιουλιανού κι άλλα κείμενα. Στη Μελέτη του Πρόκλου εστίασαν κυρίως ο Χρήστος Τερέζης κι οι Μαθητές του. Από την Αμερική ο Χρήστος Ευαγγελίου, ο Ιωάννης Αντωνόπουλος (John Anton) κι η νεώτερη Αφροδίτη Αλεξανδράκη, εδώ και δεκαετίες συνέβαλαν αποφασιστικά στην διεθνή προώθηση των Νεοπλατωνικών Σπουδών. Άλλοι σύγχρονοι Έλληνες Μελετητές που φώτισαν συγκεκριμένες όψεις του Παγανιστικού Νεοπλατωνισμού από τον 3ον έως τον 6ον αι. μ.Χ. είναι η Γεωργία Αποστολοπούλου, ο Θεοδόσης Πελεγρίνης, ο Ευάγγελος Ρούσσος, η Τερέζα Πεντζοπούλου-Βαλαλά, ο Φίλιππος Νικολόπουλος, η Νίκη Χαρά Μπανάκου Καραγκούνη, ο Γιώργος Καραγιάννης, ο Ιάκωβος Πηλίλης, ο Κλειτος Ιωαννίδης, ο Λάμπρος Σιάσος, ο Ιωάννης Τζαβάρας, η Σωτηρία Τριαντάρη, ο Γιώργος Καραμανώλης, ο Αλέξιος Πέτρου, ο Παναγιώτης Τζαμαλίκος, η Χριστίνα Νικηταρά Παναγιώτα, ο Γιάννης Σταματέλλος, ο Σπύρος Ράγκος, ο Ηλίας Τεμπέλης, η Χριστίνα-Παναγιώτα Μανωλέα, ο Γεώργιος Λέκκας, η Παναγιώτα Βασιλοπούλου κ.α.
Κατά τη μακρά πορεία της Δυτικής Σκέψης ο Νεοπλατωνισμός γνώρισε αναβιώσεις κι αναγεννήσεις. Σε όλες τις Ιστορικές Περιόδους και στη Σύγχρονη εποχή, ο Νεοπλατωνισμός επηρέασε Στοχαστές κι αναζωογονήθηκε παίρνοντας ποικίλες μορφές. Ως Κοσμοθεωρία ολοκληρώθηκε στους πρώτους Μεταχριστιανικούς αιώνες και συνέχισε ν' ανανεώνεται και ν' αναπτύσσεται πολύτροπα. Παρουσιάζει μιά ιστορική πορεία και ταυτόχρονα είναι ένας σταθερός τρόπος και Σύστημα έκφρασης του Υπάρχοντος. Η μορφοποίηση και μεταβολή των Βασικών Αρχών του μπορεί να συνδεθεί με γενικές Πολιτιστικές κι Εμπειρικές Αλήθειες, εφόσον οι Εκπρόσωποί του διατείνονται ότι ερμηνεύουν την πραγματικότητα, με βάση τον Λόγο και το Μυστικό Βίωμα.

Βασίλειος Γκίκας.