Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

15-11-14 Άμεση ή Καθαρή Δημοκρατία.


Άμεση ή Καθαρή Δημοκρατία.

Η Άμεση ή Καθαρή Δημοκρατία αποτελεί είναι η Δημοκρατίας των Πολιτικών Δικαιωμάτων κι Υποχρεώσεων όλων των Πολιτών, όπου η Εξουσία εδράζεται στη Συνέλευση όλων των Πολιτών που συμμετέχουν σε αυτήν. Αναλόγως με το σύστημα που ισχύει κάθε φορά, η Συνέλευση μπορεί να έχει Εκτελεστικές Εξουσίες, Νομοθετικές αρμοδιότητες, να ορίζει και ν' απολύει Αξιωματούχους, καθώς και να δικάζει. Η Άμεση Δημοκρατία χρησιμοποιείται ως όρος κατ' αντιδιαστολή με την Αντιπροσωπευτική ή Έμμεση Δημοκρατία, όπου η Εξουσία ασκείται από μιά Ομάδα ανθρώπων, που συνήθως επιλέγεται μέσα από Εκλογές ανάδειξης Αντιπροσώπων. Ιστορικά εμφανίστηκε πρώτα η Άμεση Δημοκρατία κι ακολούθησε, μετά από περίπου δύο χιλιετίες, η Έμμεση.
Η Άμεση δημοκρατία στην Αρχαιότητα.
Η Άμεση Δημοκρατία έλκει την καταγωγή της από την Αθηναϊκή Δημοκρατία της Κλασικής Εποχής (500 π.Χ.-323 π.Χ., είναι Περίοδος της Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας κι ονομάστηκε έτσι λόγω των υψηλών επιτευγμάτων που σημειώθηκαν κατά την Περίοδο αυτή στον χώρο του Πολιτισμού), όπου η Εκκλησία του Δήμου (η Συνέλευση όλων των Πολιτών της Αθηναϊκής Πόλης-Κράτους) λάμβανε τις Πολιτικές Αποφάσεις και γιά την εκτέλεσή τους όριζε κάποιους Αξιωματούχους άμεσα Ανακλητούς κι Ελέγξιμους, με περιορισμένη διάρκεια Θητείας, προκειμένου να μην επαγγελματοποιηθούν ως Πολιτικοί Ηγέτες. Γιά τον ίδιο λόγο η μεγάλη πλειονότητα των Αξιωματούχων επιλεγόταν με Κλήρωση, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, από το σύνολο των Συμμετεχόντων στην Εκκλησία του Δήμου. Αλλά, μόνο Άρρενες Ενήλικοι, που είχαν ολοκληρώσει τη διετή (από τα 18 μέχρι τα 20) Στρατιωτική τους Θητεία, είχαν το Δικαίωμα να συμμετάσχουν και να ψηφίσουν στη Συνέλευση. Αυτό απέκλειε την πλειονότητα του πληθυσμού, δηλαδή τους Δούλους, τις Γυναίκες και τους Μετοίκους. Επίσης, δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στη Συνέλευση αυτοί των οποίων τα Πολιτικά Δικαιώματα είχαν ανασταλεί (συνήθως γιατί δεν μπορούσαν να πληρώσουν τις Οφειλές τους προς την πόλη). Γιά ορισμένους Αθηναίους αυτό ισοδυναμούσε με μόνιμη και κληρονομήσιμη Στέρηση Δικαιώματος. Όμως, σε αντίθεση με τις Ολιγαρχικές πόλεις, δεν υπήρχε ουσιαστικά όριο ελάχιστης Απαιτούμενης Περιουσίας ή Εισοδήματος. Τη Δημοκρατία που εγκαθιδρύθηκε στο β' μισό περίπου του 5ου αι. τη γνωρίζουμε καλύτερα από μία σειρά Αναθεωρήσεων των Νόμων της ανάμεσα στο 410 και το 399. Τμήματα του Συστήματός της αναλύονται στο 2ο μισό του έργου "Αθηναίων Πολιτεία" (42-69) του Αριστοτέλη (384 - 322 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας Φιλόσοφος και Πολυεπιστήμονας, Μαθητής του Πλάτωνα και Διδάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μαζί με τον Πλάτωνα αποτελεί σημαντική μορφή της Φιλοσοφικής Σκέψης του Αρχαίου Κόσμου κι η Διδασκαλία του διαπερνούσε βαθύτατα τη Δυτική Φιλοσοφική κι Επιστημονική Σκέψη μέχρι και την Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αιώνα. Υπήρξε Φυσιοδίφης, Φιλόσοφος, δημιουργός της Λογικής κι ο σημαντικότερος από τους Διαλεκτικούς της Αρχαιότητας). Τα εμφανέστερα χαρακτηριστικά αυτής της Δημοκρατίας ήταν η Εκκλησία του Δήμου κι η Βουλή των 500. Τα Μέλη της επιλέγονταν μ' ένα σύνθετο Σύστημα που βοηθούσε στην ευρεία Αντιπροσώπευση των Δήμων. Η Βουλή, εκτός των άλλων Διαχειριστικών Καθηκόντων της γιά την εύρυθμη λειτουργία της πόλης, περνούσε Ψηφίσματα γιά ιδιαίτερα ζητήματα, ενώ οι Νόμοι διαμορφώνονταν από τους Νομοθέτες κι εξετάζονταν ενίοτε λεπτομερειακά σε περιπτώσεις Ένστασης. Το Επαγγελματικό Προσωπικό σε ζητήματα Διαχειριστικά της Τάξης της πόλης, καθώς και σε Θρησκευτικά Οργανωτικά Ζητήματα ήταν ελάχιστο, λίγες εκατοντάδες Δούλοι, Περιουσία του Κράτους, που ήταν στη διάθεση διάφορων Αξιωματούχων ή λειτουργούσαν ως απλή Αστυνομική Δύναμη. Τα Δικαστήρια ήταν σημαντικό Τμήμα της Δημοκρατικής Ζωής, γιά τα Πολιτικά Ζητήματα που εξέταζαν κι ως μέσα Επίλυσης Επιχειρηματικών Διαφορών. Περίπου το 1/3 των Πολιτών, πάνω από τα 40, υπηρετούσε επί διετία σε κάποια στιγμή στη ζωή του στη Βουλή των 500, ένα λειτούργημα εξαιρετικά απαιτητικό και χρονοβόρο, που βοηθούσε στην εξοικείωση με τα Προβλήματα της Πόλης (Αριστοτέλους Πολιτικά 1317b2–7). Η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν η αμεσότερη δυνατόν Δημοκρατία, καθώς μέσω των Συλλογικών Διεργασιών της Εκκλησίας, της Βουλής και των Δικαστηρίων, κατόρθωνε να ελέγχει τις Πολιτικές της Διαδικασίες με Συστήματα Εναλλαγής των προσώπων που προφύλασσαν σε σημαντικό βαθμό από τη Διαφθορά της Υπηρεσίας επί μακρόν σε υψηλά Αξιώματα. Σε γενικές γραμμές, η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν λειτουργούσε βάσει Συντάγματος (Θεμελιώδης Νόμος επάνω στον οποίο βασίζεται η διαμόρφωση ολόκληρης της Νομοθεσίας μίας Χώρας, όσον αφορά τα Δικαιώματα και τις Υποχρεώσεις του Πολίτη, την Οργάνωση και τους Βασικούς Κανόνες Λειτουργίας του Κράτους και των Θεσμών. Το Σύνταγμα μπορεί να εκπονηθεί κι εγκριθεί από Συντακτική Εθνοσυνέλευση (Αντιπροσωπεία του Λαού) ή να είναι άθροισμα Νόμων ή άλλων Διατάξεων, που με την πάροδο του χρόνου έχουν καταστεί Θεμελιώδεις), αλλά χρησιμοποιούσε μία Προφορική Παράδοση, Σκοπός της οποίας ήταν κυρίως η διατήρηση ενός συνόλου ουσιαστικών Ιδεών γιά τη λειτουργία της πόλης. Το ίδιο το Σύστημα εξελισσόταν μέσω των Δημοκρατικών Διαδικασιών, στις οποίες σπάνια συμμετείχε το σύνολο των Αθηναίων Πολιτών. Αν και το Αθηναϊκό Σύστημα εξελίχθηκε, δεν ευθυγραμμίστηκε απόλυτα με τον Πυρήνα των Ιδεών της Δημοκρατίας. Το Τίμημα που πλήρωσαν οι Αθηναίοι γιά την απομάκρυνση από τις Βασικές Ιδέες που διαμόρφωσαν την Κλασική Αθήνα φόβισε πολλούς από τους Ιστορικούς και Φιλοσόφους της εποχής, που είδαν καθαρότερα τη σκοτεινή πλευρά της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Η Κλασική Δημοκρατία έπεσε σε Παρακμή μετά την ήττα της Αθήνας στον Πελοποννησιακό Πόλεμο (ανάμεσα στην Αθηναϊκή και την Πελοποννησιακή Συμμαχία, υπό την Ηγεμονία της Σπάρτης, διήρκεσε, με μερικές Ανακωχές, από το 431 π.Χ. έως το 404 π.Χ. κι έληξε με την ολοκληρωτική ήττα των Αθηναίων, δίνοντας τέλος στον Πολιτισμικό Χρυσό Αιώνα. Όταν τελικά η Πελοποννησιακή Συμμαχία κατάφερε να επικρατήσει, βρέθηκε αρκετά αποδυναμωμένη κι η ίδια, στην Ηγεσία πόλεων φτωχών ή και αποδεκατισμένων από τον πόλεμο, οι οποίες δεν έπαυαν εντούτοις να έχουν φιλοδοξίες, διαφορετικές Οικονομίες και διάφορη πολιτική τοποθέτηση στον τρόπο Διακυβέρνησής τους) κι υπήρξαν περίοδοι που στην πόλη επικρατούσε εμφανής Ολιγαρχία. Μερίδα του Πληθυσμού κι ορισμένοι Φιλόσοφοι (π.χ. ο Πλάτων) υποστήριζαν ανοιχτά την Ολιγαρχία και θεωρούσαν τη Δημοκρατία σαθρή κι ασταθή Διακυβέρνηση από τον Όχλο. Οι απόψεις τους κι η κρίση τους πέρασε διαδοχικά στους αιώνες στις επερχόμενες Γενεές Διανοητών με τόση σφοδρότητα, ώστε η Ιδέα της Δημοκρατίας απέκτησε βαριά μυρωδιά γιά περισσότερα από 2.000 χρόνια. Μέχρι τους Ρωμαϊκούς Χρόνους (30 π.Χ. - 324 μ.Χ.) κάθε ίχνος Δημοκρατικής Διακυβέρνησης εξαφανίστηκε από τον Μεσογειακό Κόσμο, αν και συνέχισαν να υπάρχουν Εστίες Αυτοδιοίκησης στ' Αστικά Κέντρα, με ολιγαρχικό χαρακτήρα κι ευρισκόμενες στα χέρια των οικονομικά ισχυρότερων Οικογενειών κάθε περιοχής. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τον Πρώιμο Μεσαίωνα (476, από την Κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους και τον θάνατο του Ιουστινιανού Α', 565, του τελευταίου Βυζαντινού Αυτοκράτορα που διαπνεόταν από το όραμα της Αναβίωσης της παλαιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Παγκόσμιας Κυριαρχίας της - 1000, που χαρακτηρίζεται από τις συνεχείς Μετακινήσεις των Λαών, μέχρι τις αρχές του 8ου αιώνα), όταν αυτές οι δυνατότητες Τοπικής Αυτοδιοίκησης πέρασαν οριστικά στον Έλεγχο της Εκκλησίας.
Ζητήματα Άμεσης Δημοκρατίας στην Αρχαία Ρώμη.
Παράλληλα με την Κλασική Δημοκρατία είχε αναπτυχθεί στην Ιταλία κι η Ρωμαϊκή Δημοκρατία (Res Publica Romanorum, η Περίοδος της Ρωμαϊκής Ιστορίας κατά την οποία οι Ρωμαίοι εκδιώκοντας τον τελευταίο Βασιλιά τους τον Ετρούσκο Λεύκιο Ταρκύνιο τον Υπερήφανο, Tarquinius Superbus, το 509 π.Χ. και τελειώνει με την επικράτηση του Οκταβιανού επί του Μάρκου Αντώνιου στη Ναυμαχία του Ακτίου, το 31 π.Χ.), μετά την εκθρόνιση του τελευταίου Βασιλέα της Ρώμης. Όμως, παρά την απόδοσή του ονόματός της στα Ελληνικά, δεν επρόκειτο γιά Δημοκρατικό Σύστημα, αλλά γιά μία "Λαϊκή" Αριστοκρατία με πολύπλοκους Μηχανισμούς Ελέγχου κι εξισορρόπησης Συμφερόντων, που αναπτύχθηκαν στο πέρασμα του χρόνου. Οι Εκτελεστικοί Άρχοντες της πόλης εκλέγονταν γιά Ετήσιες Θητείες από τις γραμμές των παλαιών, καθαρόαιμων κι Αριστοκρατικών Ρωμαϊκών Φατριών, των Πατρικίων, Patricii (καλούνταν κυρίως οι λεγόμενοι Τέλειοι Πολίτες, οι Ευπατρίδες, δηλαδή οι Ευγενείς που κατάγονταν από Επιφανείς Οίκους (Patres) των παλαιότερων Δημογερόντων της Ρώμης, σε αντιδιαστολή με τους Πληβείους. Οι Πατρίκιοι αποτελούσαν την Ανώτερη Ρωμαϊκή Κοινωνική, Προνομιούχο, Τάξη και κατείχαν όλα τα Στρατιωτικά, Πολιτικά και Θρησκευτικά Αξιώματα της Ρωμαϊκής Πολιτείας. Αποτελούσαν μία κλειστή Κοινωνία, κυρίως Γαιοκτημόνων, που μονοπωλούσαν στην αρχή της Ρωμαϊκής Ιστορίας σχεδόν όλα τ΄Αξιώματα. Κατά μιά ιστορική άποψη, αυτοί ήταν οι αρχικοί κάτοικοι της Ρώμης, που συγκρότησαν το "Populus Romanus", που αισθάνθηκαν την ανάγκη Διαφοροποίησης, με Αριστοκρατική Συνείδηση, όταν άλλοι Ελεύθεροι, οι Πληβείοι, Plebs, ήλθαν να εγκατασταθούν στον χώρο τους. Έτσι, οι Πατρίκιοι θεωρούνταν εκ γενετής Αριστοκράτες κι η Ιδιότητα του Πατρικίου ήταν Κληρονομική στους απογόνους τους. Ακόμα και σε περίπτωση που κάποιος Γόνος καταντούσε πτωχός ή και χωρίς κανένα Αξίωμα, παρέμενε Πατρίκιος, με Δικαίωμα Κληροδότησης ομοίως στους απογόνους του και καμία δύναμη δεν μπορούσε να τον υποβιβάσει σε Πληβείο, μπορούσε να συμβεί μόνο σε περίπτωση που κάποιος Πατρίκιος εγκατέλειπε το Γένος του και παρέδιδε τα Κληρονομικά επ΄αυτού Δικαιώματα, όπως έπραξαν πολλοί, προκειμένου να λάβουν μέρος στο Δικαίωμα να εκλεγούν Δήμαρχοι. Πλούσιος Πληβείος, καθώς και ξένος Διακεκριμένος ήταν δυνατόν να καταστή Ρωμαίος Πατρίκιος, που όμως ειδικά γι΄αυτές τις περιπτώσεις απαιτούνταν κάθε φορά Ειδικός Νόμος, Lex Curiata. Αυτός ο τρόπος υπήρξε σπανιώτατος, που ειδικά στους Χρόνους της Δημοκρατίας τέτοιες περιπτώσεις υπήρξαν ελάχιστες, όπως ο Άππιος Κλαύδιος κι ο Δομίτιος ο Αηνόβαρβος. Αρχικά οι Πατρίκιοι χωρίζονταν σε Φυλές, ανάλογα του τόπου καταγωγής τους, όπως σε Luceres, Ramnes και TiKies. Κάθε δε Φυλή περιελάμβανε 10 Κούριες, που κάθε μία διαιρούνταν σε Γένη, Gentes Maiores, οι αχαιότερες και σε Gentes Minores, οι νεότερες. Στη "Δωδεκάδελτο" αναφέρεται πως μέχρι το 445 π.Χ. απαγορεύονταν στους Πατρικίους να νυμφευθούν κόρες ή γυναίκες των Πληβείων. Οι Πατρίκιοι συνέρχονταν στις Συνελεύσεις των Κουρίων, Comitia Curiata, διατηρούσαν δικά τους Ιερά και λόγω πλούτου και Προνομίων, μετά τη πτώση της Βασιλείας έγιναν απόλυτοι Κύριοι της Ρωμαϊκής Πολιτείας, μέχρι που δημιουργήθηκε από τους Πληβείους η νέα Τάξη των Nobiles. Γενικώς, οι Πατρίκιοι ξεχώριζαν των Πληβείων και των άλλων κατοίκων από τα ενδύματα και κυρίως από τα ιδιαίτερα υποδήματα που φορούσαν και που κάλυπταν μέχρι και μέρος της κνήμης, μικρότερα όμως από εκείνα των Γερουσιαστών και των Ανωτάτων Αρχόντων. Οι Γάιος Ιούλιος Καίσαρ κι Οκταβιανός ήταν εκείνοι που θέσπισαν Ειδικούς Νόμους ώστε και διακεκριμένοι Πληβείοι ν' απολαμβάνουν αυτού του Προνομίου, προκειμένου να διατηρηθεί η Πατροπαράδοτη Αριστοκρατία. Οι εξ αίματος κι οι εξ απονομής Πατρίκιοι έπαψαν να υφίστανται κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ. Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ο Μέγας Κωνσταντίνος δημιούργησε τον Τίτλο του Πατρικίου, Patricius, που όμως δεν ήταν Κληρονομικός), ενώ η μεγάλη Μάζα του Λαού της πόλης, οι Πληβείοι, που προήλθαν από τις επιμειξίες με ξένους Πληθυσμούς, δεν είχαν το Δικαίωμα του Εκλέγεσθαι, παρά μόνο γιά το Αξίωμα των Δημάρχων, από το οποίο οι Πατρίκιοι αποκλείονταν. Οι Άρχοντες εκλέγονταν από Άτυπες Λαϊκές Συνελεύσεις, τις 2 Εκκλησίες του Δήμου, όπου συμμετείχαν όλοι οι Πολίτες κι οι οποίες είχαν διευρυμένες Νομοθετικές και Δικαστικές Αρμοδιότητες. Σε κάθε Εκκλησία συμμετείχε διαφορετικό Υποσύνολο των Πολιτών, ανάλογα με την οικονομική τους επιφάνεια και την κατάστασή τους ως Πληβείων ή Πατρικίων, υπό την Προεδρία των Εκτελεστικών Αρχόντων. Στις εκκλησίες λάμβαναν χώρα Δημοψηφίσματα γιά επίκαιρα σοβαρά θέματα, επικυρώνονταν οι Αποφάσεις της Συγκλήτου και ψηφίζονταν Νομοσχέδια, αλλά μόνον οι Αρμόδιοι Άρχοντες είχαν δικαίωμα να συζητήσουν ή να εισηγηθούν επί τόπου νέους Νόμους. Η Σύγκλητος με τον καιρό απέκτησε Διευρυμένες Αρμοδιότητες, πέρα από τις αυστηρώς Δημοσιονομικές. Οι Συγκλητικοί αποτελούσαν την πλουσιότερη και πιό Ευγενή Κοινωνική Τάξη, με Μέλη μεγάλους Γαιοκτήμονες που δέσποζαν στην Αγροτική Ρωμαϊκή Οικονομία, έχαιραν μεγάλου κύρους και, καθώς αποτελούσαν φορολογικά καθορισμένη Ομάδα, η Θητεία τους στη Σύγκλητο ήταν Ισόβια· μόνον οι Τιμητές μπορούσαν να τους αφαιρέσουν τη Συγκλητική Ιδιότητα, λόγω μείωσης του Πλούτου τους ή Ασέβειας προς τα Παραδοσιακά Ήθη. Το Πολιτικό αυτό Σύστημα έπεσε σε μεγάλη παρακμή κι αντικαταστάθηκε από το Απολυταρχικό Πολίτευμα της Ηγεμονίας, μετά τον θάνατο του Ιουλίου Καίσαρα. Μπορεί να υποτεθεί ότι ο Ρωμαϊκός Λαός ασκούσε άμεση επιρροή στη Διαμόρφωση της Νομοθεσίας, στην Κήρυξη Πολέμου και την Αποδοχή των Αξιωματούχων, γεγονός που ερμηνεύει την ανάγκη των Αρχηγών και των διάφορων υποδεέστερων Αξιωματούχων να ενημερώνουν τον Λαό σε Δημόσιες Συναντήσεις. Η Αρχαία Ρώμη ήταν Αριστοκρατική Κοινωνία, στην οποία η Πολιτική Ελίτ ήλεγχε όλους τους Οικονομικούς Πόρους και μονοπωλούσε τα Δημόσια Αξιώματα: Πολιτικά, Στρατιωτικά και Θρησκευτικά, εμποδίζοντας οποιαδήποτε μορφή Άμεσης Δημοκρατικής Συμμετοχής των Κατώτερων Στρωμάτων. Η Σύγκλητος με τη σειρά της ενσωματώνοντας όλη την Πολιτική και τη Θρησκευτική Εμπειρία της Ρωμαϊκής Πολιτείας, διαμόρφωνε το πολιτειακό γίγνεσθαι με την επιρροή της. Τούτη η επιρροή αυξήθηκε σημαντικά μετά την επιτυχή Ηγεσία της στην κατάκτηση της Ιταλίας και της Μεσογείου. Τούτη η αμφισημία είναι εμφανής στους Αρχαίους Συγγραφείς, που από τη μιά αναφέρουν ότι ο Καίσαρας επεδίωκε τη συναίνεση και την εύνοια των Πληβείων κι από την άλλη πιστοποιούν ότι τις Κρατικές Αποφάσεις αποφασίζονταν από λίγους, αυθαίρετα, paucorum arbitrio, γεγονός που υποχρεωτικά σχεδόν οδήγησε τη Σύγχρονη Έρευνα στο ερώτημα πώς αυτά τα δύο αντιφατικά Συστήματα: η Άτυπη Άμεση Συμμετοχή κι η επίσημη ολιγαρχική εκδοχή του Συστήματος συνυπήρχαν και μάλιστα γιά μακρό χρονικό διάστημα. Σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση των Νόμων, αν η πλειονότητα της Φυλής, Tribus, αποδεχόταν μία Νομοθετική Πρόταση, τότε εκείνη γινόταν Νόμος, Δεσμευτικός γιά το σύνολο των Ρωμαίων Πολιτών. Τούτο ώθησε τους Σύγχρονους Ερευνητές σε πολλές περιπτώσεις να δουν τη Διαδικασία ως Άμεση Δημοκρατία επί το έργω. Αν και το Σύστημα είναι αναμφίβολα Άμεσο στη Δομή του, παραμένει γεγονός προς εξέταση πόσο Δημοκρατικές ήταν ως Δομές οι ίδιες οι Συνελεύσεις. Σ' ένα Μεικτό Σύστημα Διακυβέρνησης, όπως αυτό του Ρωμαϊκού τύπου, υπάρχει μιά εγγενής άρνηση του Δικαιώματος του Λαού ν' ασκεί την Κυριαρχία του χωρίς περιορισμούς. Στην Αρχαία Ρώμη ο αποχρών λόγος πίσω από το Πολιτικό Σύστημα εξυπηρετούσε την αριστοκρατική πρόθεση του μετριασμού της Λαϊκής Φωνής μέσω της Συγκλήτου και των Ισχυρών Τάξεων. Τούτο αποδεικνύεται σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι δεν έγινε ποτέ η παραμικρή προσπάθεια να ληφθούν Μέτρα γιά την ώθηση των Πληβείων σε μεγάλης κλίμακας Συμμετοχή, που είναι ζωτική γιά το Σύστημα Άμεσης Δημοκρατίας, που βασίζεται στην προσωπική παρακολούθηση και την Ενεργό Συμμετοχή.
Η Άμεση Δημοκρατία στον Ύστερο Μεσαίωνα.
Η Άμεση Δημοκρατία προσδιορίζεται στον Ύστερο Μεσαίωνα, 1300 - 1550 (κατά την περίοδο από τον 11o έως τον 13ο αιώνα η Ευημερία των Ευρωπαϊκών πόλεων εμφανίζεται αυξημένη. Στη Β. Ιταλία παρατηρείται μία πολιτική αστάθεια εξαιτίας των πολλαπλών πιέσεων που ασκούν οι επιδιώξεις της Αυτοκρατορικής Γερμανίας από τη μία κι οι βλέψεις των Παπικών Κρατών από την άλλη. Πόλεις που ευημερούσαν, αλλά απειλούνταν, προσπάθησαν ν' αποκτήσουν, μέσω της Ενεργητικής Συμμετοχής των Πολιτών, Έλεγχο της ζωής τους, διαμορφώνοντας ένας είδος Διακυβέρνησης με αρκετά Αμεσοδημοκρατικά χαρακτηριστικά που έμεινε στην Ιστορία ως Μεσαιωνική Κομμούνα ή Κοινότητα. Στα πρώτα χρόνια, σε αυτές τις Κοινότητες μπορούσαν να συμμετέχουν όλοι οι Άρρενες Ελεύθεροι Πολίτες σε μία Συνάθροιση γνωστή ως Αρένγκο (Arengo). Στην περίπτωση της Ενετικής Δημοκρατίας, η Αρένγκο είχε πολύ μεγάλη Δύναμη. Όριζε στη Συνέλευσή της έναν Ισόβιο Δόγη και δύο Τριβούνους (Δημάρχους) γιά να τον βοηθούν. Ο Δόγης είχε Απόλυτη Εκτελεστική Εξουσία, μόνον εάν εξασφάλιζε την Αποδοχή της πολυπληθούς και δυναμικής Συνέλευσης. Οι Δόγηδες επιχείρησαν να διαμορφώσουν Δυναστείες, οι οποίες εξέπεσαν κατόπιν Λαϊκών Εξεγέρσεων, με αποτέλεσμα μεταξύ του 804 και του 1032 να έχουν εξοριστεί ή δολοφονηθεί 6 Δόγηδες), με την Ενετική Δημοκρατία και την αμεσότητα της Γενικής της Συνέλευσης, σε ένα Σύστημα Διακυβέρνησης επί της ουσίας Ολιγαρχικό. Το Σύστημα αυτό λειτουργούσε Ιεραρχικά βάσει της Πυραμίδας: Δόγης, Συμβούλιο των Δουκών (Collegio), Σαράντα - Σύγκλητος (Pragedi), Μέγα Συμβούλιο (Maggior Consiglio) και Γενική ή Λαϊκή Συνέλευση. Μιά άλλη μορφή αμεσότερης Δημοκρατίας διαμορφώθηκε με την ίδρυση της Παλαιάς Ελβετικής Συνομοσπονδίας. Κατά περίπτωση, απαντώνται εφαρμογές της Άμεσης Δημοκρατίας στη Σκανδιναβία, σε μικρές Κυνηγετικές Κοινότητες από τον 8ο έως τον 11ο αιώνα. Αυτές οι Αμεσοδημοκρατικές Διαδικασίες εφαρμόζονταν σε αυτό που ονομάστηκε θινγκ, τον τόπο δηλαδή Συνάντησης όλων των Ελεύθερων Ανθρώπων, που χρησιμοποιείτο κυρίως γιά Νομοθετικούς κι όχι Πολιτικούς Σκοπούς. Η Αρχαία Παράδοση του θινγκ απαντάται σήμερα στο έτυμο των ονομάτων των Κοινοβουλίων της Ισλανδίας (Althing), της Νορβηγίας (Storting) και της Δανίας (Folketing). To αλθίνγκ (Althing), η Ομοσπονδιακή Συνάθροιση των Ισλανδών, θεωρείται το αρχαιότερο Κοινοβούλιο του κόσμου, καθώς δημιουργήθηκε περίπου το 930. Φαίνεται μάλιστα πως, σύμφωνα με τα όσα έγραψε ο Άνταμ φον Μπρέμεν το 1076, ότι δεν έχουν Βασιλέα, μόνο Νόμους, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς οτι έχει να κάνει με μία μορφή Δημοκρατίας στην οποία Ελεύθεροι Άνθρωποι με Ίσα Πολιτικά Δικαιώματα συναντώνταν σε καθορισμένες ημερομηνίες, με σκοπό να νομοθετήσουν και ν' αποδώσουν Δικαιοσύνη. Οι Ισλανδοί δημιούργησαν και βίωσαν ένα είδος Σκανδιναβικής Αρχαίας Ελλάδας: μία Κοινότητα Ελεύθερων Ανθρώπων που συμμετείχε ενεργά στις Υποθέσεις της Κοινότητας. Αυτού του είδους οι Κοινότητες ήταν ιδιαίτερα καλλιεργημένες, διανοητικά Παραγωγικές κι ήταν δεμένες με Δεσμούς Εκτίμησης και Σεβασμού (Frederick Durand, Les fondements de l'État libre d'Icelande: trois siècles de démocratie médiévale, στο Nouvelle Ecole 25-26, Winter 1974-75, pages 68-73).
Φιλελευθερισμός κι Άμεση Δημοκρατία.
Κατά τον 18ο αιώνα στην Ευρωπαϊκή Διανόηση άρχισε να επικρατεί ο Φιλελευθερισμός, ένα Φιλοσοφικό Κίνημα το Πολιτικό Σκέλος του οποίου υποστήριζε μία Συνταγματική Μοναρχία, με τους Πολίτες ν' αποτελούν Φορείς προκαθορισμένων Ατομικών Δικαιωμάτων, με τη δυνατότητα Παρέμβασης του Κράτους στον βίο τους να είναι περιορισμένη και με ισορροπημένη Διάκριση των Εξουσιών μεταξύ διαφορετικών Πολιτικών Οργάνων. Εν μέσω του Διαφωτισμού (αποτελεί σημαντικό Πνευματικό Κίνημα, που τοποθετείται μεταξύ 1666 - 1789, τον οποίο οι ίδιοι οι Γάλλοι Διαφωτιστές απεκάλεσαν «Siècle des lumières», θεωρώντας εαυτούς ως Φωτοδότες. Παρατηρήθηκε αρχικά στην Αγγλία κι αργότερα στις Χώρες της Ευρώπης κι έξω απ' αυτήν, προετοιμάζοντας το έδαφος γιά τη Γαλλική Επανάσταση. Οι Διαφωτιστές πρέσβευαν τον Ορθολογισμό και την πίστη στην Πρόοδο, αξιώνοντας Αλλαγές σε όλες τις πτυχές της Ανθρώπινης Δράσης, στους Πολιτικοκοινωνικούς Θεσμούς, την Οικονομία, την Εκπαίδευση και τη Θρησκεία. Τάχθηκαν υπέρ της Ατομικής Ελευθερίας, ενάντια στην Τυραννική Διακυβέρνηση και την Καταπίεση που ασκούσε η Εκκλησία. Βασικός Φορέας των νέων Ιδεών που έφερε ο Διαφωτισμός ήταν η ανερχόμενη Αστική Τάξη, που μέχρι εκείνη την εποχή παρέμενε αποκλεισμένη από το Σύστημα της Απολυταρχίας. Ανάμεσα στους σημαντικούς Εκφραστές του Διαφωτισμού τοποθετούνται ο Βολταίρος κι ο Μοντεσκιέ. Οι Διαφωτιστές Ντενί Ντιντερό, Ζαν λε Ροντ ντ' Αλαμπέρ και Ζαν Ζακ Ρουσσώ συγκρότησαν το Ιδεολογικό Υπόβαθρο του Διαφωτισμού στην Εγκυκλοπαίδεια. Παράλληλα ο Τζων Λοκ διατύπωνε τη Θεωρία του Κοινωνικού Συμβολαίου, προτρέποντας σε μιά Ευρώπη που θα υποστήριζε τα Δικαιώματα του Ανθρώπου), πρώτα με την Αμερικανική ή Πόλεμος της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ (ορίζεται ο Πόλεμος μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και των 13 Αποικιών της στην Αμερικανική ήπειρο, 1775 - 1783. Στις 4 Ιουλίου 1776 συγκαλείται Συνέλευση των Αμερικανών στη Φιλαδέλφεια, όπου ψηφίζεται η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, Declaration of Independence, επισήμως The Unanimous Declaration of the Thirteen United States of America, η οποία στηρίζεται στις Πολιτικές Ιδέες του Διαφωτισμού. Πρωταγωνιστές στη σύνταξη της Διακήρυξης υπήρξαν ο Βενιαμίν Φραγκλίνος κι ο Τόμας Τζέφερσον) και στη συνέχεια με τη Γαλλική Επανάσταση (1789 - 1799), τέθηκε σε Φιλελεύθερο Πλαίσιο το Αίτημα της κατάργησης της Μοναρχίας και της Διακυβέρνησης από Πολιτικούς Αντιπροσώπους, εκλεγμένους από μία μερίδα του Λαού με Δικαίωμα Ψήφου. Αυτοί οι Αντιπρόσωποι θα μπορούσαν να εκφράζουν ανταγωνιζόμενα Συμφέροντα κι Αντιλήψεις στο εσωτερικό της Κοινωνίας, μέσω της προσκόλλησής τους σε διαφορετικά Πολιτικά Κόμματα. Πλάθοντας το Σύστημα αυτό, οι Θεμελιωτές του Κράτους των ΗΠΑ απέρριψαν ρητά την Άμεση Δημοκρατία ως επιλογή, πιστεύοντας ότι θα οδηγούσε στην υπερίσχυση των πολυπληθέστερων Κατώτερων Κοινωνικών Τάξεων ή σε Χαοτική Αταξία (παρόμοια Επιχειρηματολογία χρησιμοποίησαν αργότερα οι Συντηρητικοί Οπαδοί της Απολυταρχίας εναντίον της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας) και διαμόρφωσαν την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, ονομάζοντας το νέο Πολίτευμα Ρεπουμπλικανικό κι όχι Δημοκρατικό, ώστε να παραπέμπει στο Ρωμαϊκό Κράτος της Ελληνιστικής Περιόδου. Καθώς παράλληλα εξαπλωνόταν κι ο Εθνικισμός, στη Γαλλική Επανάσταση η επίσης αντιπροσωπευτικού χαρακτήρα Εθνοσυνέλευση προβλήθηκε ως ενσάρκωση της Βούλησης του Έθνους. Στη συνέχεια, καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, υπό την πίεση Εθνικιστικών, Σοσιαλιστικών, Φεμινιστικών κι άλλων Κινημάτων, το Δικαίωμα Ψήφου γι' ανάδειξη Αντιπροσώπων επεκτάθηκε σταδιακά σχεδόν στο σύνολο του Πληθυσμού μίας Χώρας, με κατάργηση περιορισμών Κατωτάτου Ορίου Εισοδήματος, Φύλου, Καταγωγής κλπ. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η Αντιπροσωπευτική Σύνθεση που επικράτησε κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα στον Δυτικό Κόσμο και καλείται σήμερα Φιλελεύθερη Δημοκρατία. Παρά τη σαφή ιστορική σύνδεση μεταξύ Φιλελευθερισμού κι Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έχουν κάνει την εμφάνισή τους προσπάθειες γιά εισαγωγή Αμεσοδημοκρατικών Μέτρων σε πλαίσιο Φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, καθώς έχουν εκφραστεί φόβοι γιά την αυξανόμενη Επαγγελματοποίηση των Εκλεγμένων Αντιπροσώπων κι αδιαφορία της ευρύτερης Κοινωνίας γιά την Πολιτική. Οι προσπάθειες αυτές στοχεύουν στη Συμμετοχική Δημοκρατία, αν και συνήθως δεν θεωρείται εφικτή η ευρεία εισαγωγή στοιχείων Άμεσης Δημοκρατίας σ' ένα Φιλελεύθερο Κράτος. Σε Χώρες όπου εφαρμόζεται Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία επιτρέπουν 3 τύπους Πολιτικής Δράσης, που παρέχουν περιορισμένη πρόσβαση στην Άμεση Δημοκρατία: Νομοθετική Πρωτοβουλία (κατόπιν συλλογής υπογραφών), Δημοψήφισμα κι Ανάκληση Αιρετών. Τα Δημοψηφίσματα μπορούν να παρέχουν τη δυνατότητα γιά Δεσμευτικές Αποφάσεις, στο κατά πόσο ένας Νόμος θ' απορριφθεί ή όχι. Αυτό δίνει στον Λαό ένα αποτελεσματικό μέσο γι' άσκηση βέτο στη Νομοθεσία της Κυβέρνησης. Οι Νομοθετικές Πρωτοβουλίες που προωθούνται πολλές φορές από τον Λαό, εξαναγκάζουν τις Κυβερνήσεις στην Αναθεώρηση των Νόμων και των Τροποποιήσεων, συνήθως μ' ένα Δημοψήφισμα που επακολουθεί, χωρίς τη συναίνεση των Εκλεγμένων Αξιωματούχων και πολλές φορές ενάντια στη θέλησή τους. Οι Ανακλήσεις δίνουν στον Λαό το Δικαίωμα ν' απομακρύνει Εκλεγμένους Αξιωματούχους από τη θέση τους πριν από το τέλος της Θητείας τους, αν κι αυτό είναι πολύ σπάνιο στις Σύγχρονες Φιλελεύθερες Δημοκρατίες. Στοιχειώδες παράδειγμα συμμετοχικής δημοκρατίας αποτελεί η Ελβετία.
Σοσιαλισμός κι Άμεση Δημοκρατία.
Η Σοσιαλιστική αντίληψη γιά την Άμεση Δημοκρατία, όπως διαμορφώθηκε κατά τον 19ο αιώνα, βρίσκεται σε στενή συσχέτιση με την έννοια της Εργατικής Αυτοδιεύθυνσης υπό συνθήκες Κοινωνικής Ιδιοκτησίας και Συλλογικής Διαχείρισης των Μέσων Παραγωγής (Γαίες, Εργοστάσια, μεγάλες Επιχειρήσεις κλπ). Αυτή η Αυτοδιεύθυνση πραγματοποιείται μέσα από κατά τόπους Συμβούλια Εργαζομένων, τα οποία λαμβάνουν όλες τις Πολιτικές κι Οικονομικές Αποφάσεις σε Κοινοτικό Πλαίσιο. Έτσι η Σοσιαλιστική αντίληψη γιά την Άμεση Δημοκρατία είχε από την πρώτη στιγμή έναν Τοπικό και Συλλογικό Χαρακτήρα, σε αντίθεση με τις σημερινές περί Συμμετοχικής Δημοκρατίας Φιλελεύθερες Εισηγήσεις, οι οποίες διακρίνονται από Πανεθνική Εμβέλεια κι ευρεία γεωγραφική κλίμακα, ακόμα κι όταν περιλαμβάνουν στοιχεία Διοικητικής Αποκέντρωσης.
Το πρώτο ιστορικά σημαντικό δείγμα Σοσιαλιστικής, σε κάποιον βαθμό, Άμεσης Δημοκρατίας υπήρξε η βραχύβια Παρισινή Κομμούνα του 1871. Εκεί, τα κατά τόπους Εργατικά Συμβούλια που αυτοδιαχειρίζονταν την Παραγωγή κι ο Λαός του Παρισιού, είχαν εκλέξει με Καθολική Ψηφοφορία Αμεσα ανακλητούς Εκπροσώπους γιά Συντονισμό στη γεωγραφική κλίμακα μίας μεγάλης πόλης. Η Συνέλευση των εν λόγω Εκπροσώπων ήταν ουσιαστικά το Δημοτικό Συμβούλιο του Παρισιού. Παράλληλα ο Μόνιμος Στρατός αντικαταστάθηκε από Ένοπλες Πολιτοφυλακές, οι Μισθοί όλων των Επαγγελμάτων εξισώθηκαν κι ελήφθησαν άμεσα Μέτρα υπέρ των ασθενέστερων Κοινωνικών Ομάδων[25. Την Παρισινή Κομμούνα, αν κι αναγνώρισαν σε αυτήν αδυναμίες και διστακτικότητα, περιέγραψαν ως Πρωτόλειο Μοντέλο Δικτατορίας του Προλεταριάτου, ο Καρλ Μαρξ κι ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, ενώ παρόμοια στάση κράτησε κι ο Αναρχοκομμουνιστής Πιότρ Κροπότκιν. Στο Μοντέλο της Παρισινής Κομμούνας κινήθηκαν επίσης τα Εργατικά Συμβούλια που εμφανίστηκαν κατά τις Ρωσικές Επαναστάσεις του 1905 και του 1917, τα Σοβιέτ και κατά την Ισπανική Επανάσταση του 1936. Στη Μετεπαναστατική Ρωσία, υπό αντίξοες συνθήκες έλλειψης Καταναλωτικών Αγαθών κι Εμφυλίου Πολέμου, οι Μπολσεβίκοι μέχρι το 1922 είχαν αλλάξει τη Δομή και Λειτουργία των Σοβιέτ, μετατρέποντάς τα σ' Εντολοδόχους της Κεντρικής Κυβέρνησης που, σταδιακά τέθηκαν υπό τον πλήρη έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Το νέο Κράτος που προέκυψε, η Σοβιετική Ένωση, ιδρύθηκε ως ένας καινούργιος τύπος Αντιπροσωπευτικής, μη Φιλελεύθερης, Δημοκρατίας: μία Λαϊκή Δημοκρατία. Το γεγονός αυτό οι Ελευθεριακοί Σοσιαλιστές κι ορισμένοι Τροτσκιστές το επέκριναν δριμύτατα· εκεί εντοπίζεται η οριστική απομάκρυνσή τους από τους Λενινιστές. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο πολλές Σοσιαλιστικές Ομάδες και Συγγραφείς προσπάθησαν να επανακαθορίσουν τη σχέση μεταξύ Σοσιαλισμού, Εργατικής Αυτοδιεύθυνσης κι Άμεσης Δημοκρατίας, επιχειρώντας ορισμένες φορές να εμβαθύνουν, να διευρύνουν ή να επανοηματοδοτήσουν την τελευταία (π.χ. Αναρχοσυνδικαλιστές, Αναρχοκομμουνιστές, οι Καταστασιακοί, ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Μάρεϊ Μπούκτσιν, ο Τάκης Φωτόπουλος κ.α.).
Μετά την εμφάνιση των νέων Κοινωνικών Κινημάτων κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, οι Σύγχρονες Τάσεις του Μετααριστερού κι Εξεγερσιακού Αναρχισμού, στο πλαίσιο της ευρύτερης κριτικής τους στον Κλασικό Σοσιαλισμό και στο Εργατικό Κίνημα, εν πολλοίς απέρριψαν την Άμεση Δημοκρατία κι άσκησαν κριτική σε αυτήν ως Εξουσιαστικό Πολιτικό Σύστημα, βασισμένο σ' έναν εκ των προτέρων αποδεκτό διαχωρισμό μεταξύ των πολιτικών υποκειμένων, ο οποίος κάνει απαραίτητη την Ψηφοφορία, εφικτή τη Δικτατορία της Πλειοψηφίας και σχεδόν αδύνατη την πραγματική Επαναστατική Ανατροπή. Αντιπροτείνουν Δίκτυα Αυτοτελών Συνελεύσεων που λειτουργούν συναινετικά και χωρίς αυστηρές Δεσμεύσεις Δράσης γιά τις Μειοψηφίες, συνήθως όμως με κάποιες πλειοψηφικές δικλείδες ασφαλείας. Η Συναίνεση, καταγόμενη σε κάποιον βαθμό από τα γραπτά του Προυντόν και τον Αναρχοατομικισμό του 19ου αιώνα, είναι μία παραλλαγή Άμεσης Δημοκρατίας, όπου οι Αποφάσεις δεν λαμβάνονται με Πλειοψηφική Ψηφοφορία, αλλά συνδιαμορφώνονται Συμβιβαστικά, με βάση τις απόψεις όλων.


Βασίλειος Γκίκας, Ακαδημαϊκός.