Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

15-11-14 Διαθέσιμο Εισόδημα των Νοικοκυριών.

22 Νοεμβρίου 2012

Διαθέσιμο Εισόδημα των Νοικοκυριών.
Καθίζηση της τάξεως των 5,4 δις ευρώ καταγράφει το Διαθέσιμο Εισόδημα των Νοικοκυριών σ' ετήσια βάση, λόγω της μείωσης των Αποδοχών, των Κοινωνικών Παροχών και της αύξησης των φορολογικών βαρών. Σύμφωνα με τα στοιχεία γιά τους τριμηνιαίους μη Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς Θεσμικών Φορέων, το διαθέσιμο Εισόδημα του Τομέα των Νοικοκυριών και των μη Κερδοσκοπικών Ιδρυμάτων που εξυπηρετούν Νοικοκυριά, μειώθηκε το β΄τρίμηνο εφέτος κατά 13,6% σε σχέση με το β΄ τρίμηνο 2011 (σε 34,1 δις ευρώ εφέτος από 39,5 δις ευρώ πέρυσι). Η μείωση αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στη μείωση, κατά 15,1% των Αποδοχών των Εργαζομένων, στη μείωση κατά 9,5% των Κοινωνικών Παροχών που εισπράττουν τα Νοικοκυριά και στην αύξηση κατά 37,3% των Φόρων στο Εισόδημα και την Περιουσία που πληρώνουν τα Νοικοκυριά. Οι απώλειες στο Διαθέσιμο Εισόδημα, είχαν τις εξής συνέπειες:
• Η τελική Καταναλωτική Δαπάνη των Νοικοκυριών και των μη Κερδοσκοπικών Ιδρυμάτων που εξυπηρετούν Νοικοκυριά, μειώθηκε κατά 7,3%, από 40 δις ευρώ σε 37,1 δις ευρώ.
• Το ποσοστό Αποταμίευσης, που ορίζεται ως η Ακαθάριστη Αποταμίευση προς το Ακαθάριστο Διαθέσιμο Εισόδημα, ήταν -8,5% το β΄τρίμηνο εφέτος, σε σύγκριση με -1,2% το β΄τρίμηνο πέρυσι.
• Η καθαρή Χορήγηση των Δανείων από τις Τράπεζες περιορίστηκε κατά 3,7 δις ευρώ (από 6,1 δις ευρώ σε 2,4 δις ευρώ).
Οι Ακαθάριστες Επενδύσεις Παγίου Κεφαλαίου του Τομέα των μη Χρηματοοικονομικών Εταιρειών, μειώθηκαν κατά 20,6% (από 3,8 δις ευρώ σε 3 δις ευρώ). Το ποσοστό των Επενδύσεων του Τομέα που ορίζεται ως οι Ακαθάριστες Επενδύσεις Παγίου Κεφαλαίου προς την Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία, ήταν 17,5% σε σύγκριση με 20,7% το β΄τρίμηνο του 2011. Οι Εξαγωγές Αγαθών & Υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 400 εκ. ευρώ (από 13,2 δις ευρώ σε 12,8 δις ευρώ), ενώ οι Εισαγωγές περιορίστηκαν κατά 1,9 δις ευρώ (από 17,3 δις ευρώ σε 15,4 δις ευρώ). Οι καθαρές Δανειακές Ανάγκες της Γενικής Κυβέρνησης ανέρχονταν σε 4,2 δις ευρώ το β΄τρίμηνο εφέτος, από 7,2 δις ευρώ πέρυσι. Ενώ, οι Καθαρές Δανειακές Ανάγκες του συνόλου της Οικονομίας απέναντι στην αλλοδαπή, ήταν 2,4 δις ευρώ. Σε σύγκριση με το β΄τρίμηνο 2011 (που οι δανειακές ανάγκες ανέρχονταν σε 6,1 δις ευρώ) υπήρξε μείωση του Καθαρού Δανεισμού, λόγω της μείωσης του Ελλείμματος του Εμπορικού Ισοζυγίου και της αύξησης των Καθαρών Εισοδημάτων και των Τρεχουσών και Κεφαλαιακών Μεταβιβάσεων που λαμβάνονται από την αλλοδαπή.
Επιπλέον, δυσμενείς συγκυριακές επιδράσεις καθώς και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της Οικονομίας, που τώρα αρχίζουν ν' αλλάζουν, αντανακλά την αργή μείωση των Τιμών στη Χώρα μας. Σε αντίθεση με την ταχεία προσαρμογή στο Κόστος Εργασίας, οι Τιμές Καταναλωτή επέδειξαν αξιοσημείωτη ακαμψία εμφανίζοντας ακόμη κι ανοδικές τάσεις και μόνο το 2012 άρχισαν να εμφανίζονται κάποιες πρώτες ενδείξεις Σταθεροποίησης και μείωσης, οι οποίες ήταν πιό εμφανείς σε συγκεκριμένους κλάδους της Οικονομίας, ειδικά σε Τομείς Υπηρεσιών. Σε Μακροοικονομικό επίπεδο, οι βασικότεροι λόγοι που συντήρησαν τις πληθωριστικές πιέσεις κατά τη διάρκεια της τελευταίας τριετίας, σχετίζονται κυρίως με την επίδραση των αυξήσεων του ΦΠΑ και των Φόρων Κατανάλωσης, την αύξηση των Τιμών Ενέργειας και την ανοδική πορεία των Τιμών των εισαγόμενων Καταναλωτικών Αγαθών και Πρώτων Υλών. Συγκεκριμένα οι αυξήσεις στο ΦΠΑ και στους Φόρους Κατανάλωσης (καυσίμων, οινοπνευματωδών και καπνού) πρόσθεσαν περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες στο μέσο Πληθωρισμό της περιόδου 2010-2011, παρά το γεγονός ότι οι Ελληνικές Επιχειρήσεις απορρόφησαν σχεδόν το 20% των Φορολογικών Αυξήσεων. Όσον αφορά την επίδραση των Τιμών Ενέργειας, διαπιστώνεται ότι η αυξητική τάση των Τιμών του πετρελαίου πρόσθεσε 0,8% ετησίως, χωρίς την επίδραση των Φόρων, στον μέσο Πληθωρισμό κατά την ίδια περίοδο. Η επίδραση αυτή είναι σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (0.45% περίπου) κι αντανακλά τον υψηλό βαθμό εξάρτησης από εισαγωγές πετρελαίου (περίπου 35% υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης).
Αυτοί οι παράγοντες μπορούν να θεωρηθούν, κατά βάση, εξωγενείς, με παροδικές ή συγκυριακές επιδράσεις στον Πληθωρισμό, αν κι η επίπτωση στο επίπεδο Τιμών και στην ανταγωνιστικότητα τείνει να είναι μόνιμη: αυξήσεις Φόρων. Χωρίς αυτές τις επιδράσεις, ο μέσος πληθωρισμός μεταξύ 1ου τριμήνου 2010 και 2ου τριμήνου 2012 θα είχε διαμορφωθεί σε οριακά αρνητικό επίπεδο αντί +3.3% που ήταν στην πραγματικότητα.
Αναφορικά με τους πιό Διαρθρωτικούς Παράγοντες που επιδρούν στις Τιμές Καταναλωτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, ειδικά στην τρέχουσα συγκυρία, η πληθωριστική επίδραση που ασκούν οι Τιμές των Εισαγόμενων Αγαθών, εκτός ενέργειας. Η ρηχή Παραγωγική Βάση της Ελληνικής Οικονομίας αντανακλάται στη σημαντική εξάρτηση από Εισαγωγές τελικών Καταναλωτικών Αγαθών, εξαιρουμένων των Διαρκών Καταναλωτικών Αγαθών, που αντιστοιχούν στο περίπου 9% του σταθμισμένου καλαθιού Αγαθών & Υπηρεσιών του ΔΤΚ και στο 6.7% του ΑΕΠ. Όμως, ο εισαγόμενος Πληθωρισμός δεν επιδρά μόνο μέσω των Εισαγωγών Τελικών Καταναλωτικών Αγαθών, αλλά και μέσω των Τιμών των Εισαγωγών Ενδιάμεσων Αγαθών που χρησιμοποιούνται γιά την παραγωγή Βασικών Καταναλωτικών Αγαθών (τρόφιμα, φάρμακα, ένδυση, εξοπλισμός κτλ.) κι οι οποίες ανέρχονται σε 11,5 % του ΑΕΠ του 2012 (το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωζώνη, διορθώνοντας γιά το τμήμα των εγχωρίως παραγόμενων Αγαθών που χρησιμοποιούν Εισαγωγές και εν συνεχεία εξάγονται ή επανεξάγονται με Χαμηλό Βαθμό Μεταποίησης).
Οι τιμές των ανωτέρω κατηγοριών Εισαγωγών -που προσδιορίζονται εξωγενώς- δεν ασκούσαν στο παρελθόν πληθωριστικές επιδράσεις, καθώς ο μέσος ρυθμός ανατιμήσεών τους υπολειπόταν του υψηλού Εγχώριου Πληθωρισμού. Σήμερα όμως που κυριαρχούν αποπληθωριστικές τάσεις στο εσωτερικό, η έμμεση κι άμεση επίδραση του Εισαγόμενου Πληθωρισμού καθυστερεί τη διόρθωση των Τιμών καθώς ο Εισαγόμενος Πληθωρισμός είναι σταθερά θετικός κι υψηλότερος από τον Εγχώριο. Το ποσοστό στο ΑΕΠ Εισαγωγών Βασικών Καταναλωτικών Αγαθών, τόσο γιά τελική Κατανάλωση όσο και Πρώτων Υλών κι Ενδιάμεσων Αγαθών, που προορίζονται γιά παραγωγή Καταναλωτικών Αγαθών, έχει μειωθεί ελάχιστα ως ποσοστό του ΑΕΠ (από 13.8% μέσο όρο την τελευταία 10ετία σε 12.7% το 1ο εξάμηνο του 2012), σε αντίθεση με άλλες κατηγορίες Εισαγωγών, όπως Κεφαλαιακά Αγαθά, Διαρκή Καταναλωτικά Αγαθά και Πρώτες Ύλες γιά παραγωγή Βιομηχανικών Αγαθών, που η συρρίκνωση του ποσοστού τους ξεπερνά το 50% ή τις 6 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Η Εγχώρια Παραγωγική Δομή, η οποία χαρακτηρίζεται από μία περιορισμένη Μεταποιητική Βάση, με σχετικά χαμηλή Εγχώρια Προστιθέμενη Αξία -που αντανακλώνται στον υψηλότερο λόγο στην Ευρωζώνη μεταξύ Αξίας Εισαγόμενων Πρώτων Υλών κι Ενδιάμεσων Αγαθών, ως προς την Εγχώρια Προστιθέμενη Αξία-, αντιμετωπίζει ένα υψηλό ποσοστό εισαγόμενου ανελαστικού Κόστους Παραγωγής.
Παρά τη δυσμενή επίδραση των προαναφερόμενων Παραγόντων, η αποπληθωριστική διαδικασία έχει αρχίσει ν' αποκτά δυναμική στην Ελληνική Οικονομία, αν κι η πρόοδος είναι ακόμη δυσδιάκριτη σ' επίπεδο Καταναλωτή. Η επιταχυνόμενη μείωση του Εργασιακού Κόστους -που εκτιμάται ότι χρειάζεται σχεδόν 1,5 χρόνο να μετακυλιστεί στις τελικές Τιμές-, σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση των περιθωρίων Κέρδους των Επιχειρήσεων και τις ευνοϊκότερες τάσεις σε άλλα συστατικά του Κόστους Παραγωγής, αναμένεται να επιτρέψουν την ταχύτερη αποκλιμάκωση των Τιμών Καταναλωτή την επόμενη 2ετία. Είναι ενδεικτικό ότι στον Τομέα των Υπηρεσιών, στον οποίο οι επιδράσεις από τις Τιμές Εισαγωγών κι Ενέργειας είναι συγκριτικά περιορισμένες, οι μειώσεις Τιμών είναι ήδη εμφανείς (οι Τιμές Τουριστικών Υπηρεσιών κι Εκπαίδευσης σημείωσαν μέση ετήσια κάμψη της τάξης του 1.9% τα τελευταία 3 τρίμηνα), ενώ η ταχεία μείωση των Τιμών σε κατηγορίες Υπηρεσιών που αποτελούν σημαντικά τμήματα της Δομής Κόστους των Ελληνικών Μεταποιητικών Επιχειρήσεων, όπως Μεταφορές, Αποθήκευση, Λογιστικές Συμβουλευτικές και Νομικές Υπηρεσίες, των οποίων οι Τιμές μειώθηκαν σ' ετήσια βάση κατά 6% περίπου κατά μέσο όρο, το πρώτο 6μηνο του 2012, θα διευκολύνει την περαιτέρω προσαρμογή των Τιμών. Στις δύο αυτές περιπτώσεις, οι πιό ανταγωνιστικές συνθήκες Αγοράς έχουν παίξει σημαντικό ρόλο, τόσο εξαιτίας της Ύφεσης, όσο και των συγκεκριμένων Διαρθρωτικών Αλλαγών. Οι Τιμές Καταναλωτή θα μειωθούν σωρευτικά κατά σχεδόν 5,0% περίπου την επόμενη διετία, παρά την νέα πληθωριστική επίδραση από την αύξηση της Φορολογίας στο Πετρέλαιο Θέρμανσης και τις αναμενόμενες αυξήσεις στις Τιμές ηλεκτρικού ρεύματος που θα προσθέσουν περίπου 0,6% ετησίως στο μέσο επίπεδο Πληθωρισμού της περιόδου 2013-14. Λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά την ίδια περίοδο η αναμενόμενη συνολική αύξηση των Τιμών στην Ε.Ε. θα διαμορφωθεί στο 4,5% περίπου η συνολική βελτίωση της Ανταγωνιστικότητας σε όρους Τιμών θα υπερβεί πιθανότατα το 10% τη διετία 2013-14, επιτρέποντας στην Ελληνική Οικονομία ν' ανακτήσει σχεδόν εξολοκλήρου τις απώλειες της προηγούμενης δεκαετίας.
Γιά όλ' αυτά, το ΥΠΟΙΚ να υιοθετήσει το κατάλληλο Φορολογικό Καθεστώς που αντί να εξοντώσει, να βοηθήσει τους Μικρομεσαίους Έλληνες και να οδηγήσει την Ελλάδα ξανά στην Ανάπτυξη. Το Φορολογικό Πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι σημερινό ούτε προέκυψε ξαφνικά από την Κρίση. Είναι ένα χρόνιο φαινόμενο κι οφείλεται στην προβληματική Δομή των Φορολογικών κι Εισπρακτικών Μηχανισμών, η οποία οδηγεί σε Φορολογικά Έσοδα χαμηλότερα των Ευρωπαϊκών μέσων όρων: τα Έσοδα Άμεσης Φορολογίας στην Ελλάδα υπολείπονται περίπου 8% από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ στα Έσοδα από την Έμμεση Φορολογία παρατηρείται μία σχετική ισορροπία με μικρή απόκλιση σε σχέση με τις άλλες Ευρωπαϊκές Χώρες. Επειδή έγιναν αποσπασματικές προσπάθειες γιά να καταπολεμηθεί η Φοροδιαφυγή, το 2011 τα συνολικά Έσοδα από Φόρους δεν ξεπέρασαν το 31% του συνεχώς μειούμενου Ελληνικού ΑΕΠ, όταν το αντίστοιχο μέσο ποσοστό στην Ε.Ε. ξεπερνά το 39% του ΑΕΠ. Στην παρούσα κατάσταση και πριν την παρουσίαση του Νομοσχεδίου-σκούπα, ζητάμε από το Οικονομικό Επιτελείο ν' αντιμετωπίσει τα πραγματικά αίτια γιά το γεγονός ότι τα Φορολογικά Έσοδα κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα, όταν η Φορολογία στην Ελλάδα είναι υψηλή. Με βάση τα όσα στοιχεία υπάρχουν από διάφορες Ευρωπαϊκές πηγές αποδεικνύεται ότι η Φορολογία στην Ελλάδα βρίσκεται σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο των Ευρωπαϊκών Κρατών: Η Φορολογία γιά Φυσικά Πρόσωπα φθάνει το 49%, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι 38%, αντίστοιχα στις Επιχειρήσεις είναι 30% όταν στην Ε.Ε. είναι 26%. Ο ΦΠΑ βρίσκεται στο 23%, έναντι 20% στην Ε.Ε., ενώ στη Φορολογία Εισοδήματος ισχύει μιά υψηλή προοδευτική κλίμακα, οι Φόροι Κεφαλαίου & Περιουσίας έχουν υψηλούς συντελεστές κι οι Ειδικοί Φόροι έχουν καταλήξει να είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη. Η απάντηση στο γιατί εμφανίζεται αυτή η αντίφαση εντοπίζεται κυρίως σε 3 πολύ σοβαρά Προβλήματα, που διαταράσσουν την όλη εικόνα των Εσόδων: στη στρέβλωση φορολόγησης Πραγματικού και Τεκμαρτού Εισοδήματος, στην εκτεταμένη Φοροδιαφυγή και στην εισπρακτική αδυναμία. Βεβαίως, στα παραπάνω προσθέτουμε και την εντός Κρίσης φοροδοτική αδυναμία που εκτίναξε τις Ληξιπρόθεσμες Οφειλές Φόρων του 2012 από τα 3,9 δις τον Ιούλιο, στα 10,2 δις τον Οκτώβριο.
Η Ελλάδα μέχρι και το 2011 εξακολουθούσε να έχει το υψηλότερο αφορολόγητο όριο ανάμεσα στις Χώρες της Ε.Ε. Το αφορολόγητο όριο έφθανε στις 12.000 ευρώ κι ο Έλληνας Φορολογούμενος Μέσου Εισοδήματος, συγκρινόμενος με άλλους Ευρωπαίους, πλήρωνε λιγότερους Φόρους. Από τις αρχές του 2012 υπήρξαν αλλαγές που μείωσαν το αφορολόγητο όριο στα 5.000 ευρώ, το μηδένισαν γιά τους Ελεύθερους Επαγγελματίες με τον Φόρο Επιτηδεύματος και περιόρισαν δραματικά τις Φοροαπαλλαγές. Έτσι, μέσα στο 2012 κι υπό την πίεση της Τρόικας, μέσα σ' ένα περιβάλλον Ύφεσης, φθάσαμε στο αντίθετο άκρο, όπου ο Έλληνας είναι πλέον από τους βαρύτερα φορολογούμενους στην Ευρώπη, με βάση τους Άμεσους και τους Έμμεσους Φόρους. Παρά τη μείωση και την κατάργηση του Αφορολόγητου και την αναδρομική επιβολή νέων Φόρων, είναι αμφίβολο εάν το Κράτος θα κατορθώσει να εισπράξει πολύ περισσότερους Φόρους κι αυτό γιατί στην συγκεκριμένη χρονική συγκυρία έχει μειωθεί δραματικά ο αριθμός των Εργαζόμενων και τα Κέρδη των Επιχειρήσεων. Έτσι, μέσα από τις απώλειες των Φόρων των Ζημιογόνων Επιχειρήσεων που κλείνουν, των Εργαζόμενων που χάνουν τη δουλειά τους και τις αντίστοιχες απώλειες των Ασφαλιστικών Εσόδων, τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα να καταλήγουμε συνεχώς στο ίδιο σημείο.
Μέσα στην παρούσα Κρίση, γιά να επανέλθει η Ελλάδα σε μία τροχιά Ανάπτυξης, δεν αρκεί άλλη μία Φορολογική Μεταρρύθμιση και μάλιστα με γρίφους Αυτοτελούς Φορολόγησης από 26% έως 33%, αλλά μία φορολογική φόρμουλα που θα μπορεί να ευδοκιμήσει και να επαναφέρει ταυτόχρονα Ανάπτυξη και Δημοσιονομική Ισορροπία. Απαιτείται ένας συνδυασμός Οικονομικής Πολιτικής με Κίνητρα γιά την Ανάπτυξη της Οικονομίας, την ενίσχυση της Ρευστότητας στην Αγορά και την αύξηση του ΑΕΠ της Χώρας μας. Τα κύρια ζητούμενα της αναγκαίας Φορολογικής Μεταρρύθμισης είναι η απλοποίηση κι η σταθεροποίηση της Φορολογικής Νομοθεσίας, με αντίστοιχη μείωση της Φορολογικής Επιβάρυνσης, γιά να περιορισθεί η Φοροδιαφυγή. Η Φορολογική Νομοθεσία στην Ελλάδα είναι πολύ μεγάλη και σύνθετη, είναι άδικη και βασίζεται σε μία φιλοσοφία αμοιβαίας έλλειψης Εμπιστοσύνης. Γιά ν' αλλάξει αυτό άμεσα πρέπει να μειωθούν και να γίνουν δίκαιες οι Φορολογικές Επιβαρύνσεις, ενώ οι Αποδείξεις Αγορών κι Εξόδων πρέπει να γίνουν οι κύριες Φοροαπαλλαγές μας. Επιβάλλεται να μειωθεί ο Υψηλός Συντελεστής ΦΠΑ, να μειωθεί η Φορολογίας των Επιχειρήσεων από τα σημερινά επίπεδα του 20% σταδιακά στον τελικό στόχο του flat tax 15%. Να μειωθεί η Φορολογία του Εισοδήματος των Φυσικών Προσώπων και της Ακίνητης Περιουσίας, που από τα φορολογικά κτυπήματα έχουν γίνει σάκοι του μποξ.
Οι Δανειστές μας, διαμέσου της Τρόικας, ισχυρίζονται ότι η Ελλάδα δεν είναι ακόμη έτοιμη να εφαρμόσει την πρακτική του Ενιαίου Φορολογικού Συντελεστή. Κάνουν λάθος, αυτή πρέπει να είναι η κατεύθυνση προς την οποία θα πρέπει να κινηθεί η Χώρα μέσα στην επόμενη 3ετία. Μία τέτοια αλλαγή δεν οδηγεί αναπότρεπτα σε μείωση των Εσόδων του Κράτους, η μείωση των Φόρων κι η ύπαρξη ενός Χαμηλού Συντελεστή, θ' αποτελέσει το κίνητρο γι' Ανάπτυξη κι ένα σοβαρότατο αντικίνητρο γιά τη Φοροδιαφυγή. Η εμπειρία άλλων Χωρών που μείωσαν τους Συντελεστές Φορολογίας μάς δείχνει ότι η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης δεν συνοδεύεται απαραίτητα και από μείωση των Εσόδων. Ένα τέτοιο Μέτρο θα πρέπει να συνδυαστεί με μία σοβαρή προσπάθεια αποτελεσματικής είσπραξης των Φόρων, η οποία θα προσδιορίζεται από την Πολιτική Βούληση γιά τον περιορισμό της Φοροδιαφυγής κι από μεγάλη αυστηρότητα στην εφαρμογή της. Οι Έλληνες είμαστε έτοιμοι γιά μία γενναία φορολογική αλλαγή. Η Ελλάδα έχει ανάγκη μιά ουσιαστική φορολογική αλλαγή. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν είναι από μόνη της αρκετή γιά να βγάλει την Ελλάδα από την Ύφεση. Η Φορολογική Μεταρρύθμιση είναι απαραίτητη, εφόσον ενταχθεί στο πλαίσιο μιάς Εθνικής Οικονομικής Στρατηγικής, η οποία θα διαθέτει τον απαιτούμενο αναπτυξιακό προσανατολισμό.


Βασίλειος Γκίκας, Οικονομολόγος - Ακαδημαϊκός.